Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

Μέρος 11ο


Το συλλογισμό της τον διέκοψε το χτύπημα του τηλεφώνου.
«Ποιος να ΄ναι απογευματιάτικα»;
Καθώς αναρωτιόταν, σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πήγε προς το τηλέφωνο.
Η αλήθεια είναι ότι το τηλέφωνό της δε χτυπούσε και τόσο συχνά, πια. Πού και που τη θυμόντουσαν κάποιες από τις φίλες της και καμία συγγένισσα. Ακόμη πιο σπάνια τη θυμόταν η ανιψιά της. Ο μόνος νέος άνθρωπος που μπαινόβγαινε, έστω στη χάση και τη φέξη, στο σπίτι της. Ήθελε ν ακούσει έναν άνθρωπο…
«Ναι…»
«Την κ. Ρουπεκιώτη»…
Η φωνή ήταν ανδρική, έδειχνε άνθρωπος μιας κάποια ηλικίας. Ρουπεκιώτη, όμως, δε λεγόταν, ούτε γνώριζε καμία…
«Δυστυχώς, κάνετε λάθος κύριέ μου»…
«Λάθος; Μα πως είναι δυνατόν… Έχετε το 2310919345»;
«Ναι, αλλά Ρουπεκιώτη δεν υπάρχει εδώ. Δεν υπήρχε ποτέ. Δυστυχώς»…
«Δεν μπορώ να καταλάβω… Μου έδωσε αυτό το τηλέφωνο η πρώην γυναίκα μου και… Συγνώμη! Σας ζαλίζω κι εσάς»…
«Δεν πειράζει… Δεν είναι λόγος»…
«Σας ανησύχησα»…
«Μπα, μόνη καθόμουν κι έπινα έναν καφέ»…
Ακολούθησε σιγή λίγων λεπτών. Εκείνος σίγουρα θα ήθελε να πιάσει την κουβέντα, φαινόταν –από τη φωνή- γύρω στην ηλικία της. Εκείνη, άλλο που δεν ήθελε, τόσα χρόνια, πια, μόνη. Όμως, τι να πουν; Δυο άνθρωποι της ηλικίας της, ξένοι, παντάξενοι, πώς να πιάσουν την κουβέντα; Εκείνη δεν είχε ιδέα από τέτοιες καταστάσεις. Αλλά κι εκείνος το ίδιο:
«Λοιπόν»…
«Λοιπόν»…
«Και πάλι σας ζητώ συγνώμην, κυρία…. Πώς σας είπαμε;»
«Μόρφω…»
«Μόρφω… Από το Ευμορφία»;
«Ναι»…
Είχε χρόνια να κάνει τέτοια κουβέντα, δεν ήξερε τι να πει, για να κρατήσει το ενδιαφέρον του. Αλλά και να μην κάνει σα τη χήρα στο κρεβάτι. Πήγε να μιλήσει, σταμάτησε, τελικά πήρε το θάρρος:
«Εσάς»;
«Γιάννη»!
Νέα διακοπή, ξανά σιγή. Τι να πουν άλλο; Μόνον ο καιρός έμενε θέμα συζήτησης δυο αγνώστων. Πήρε εκείνος την πρωτοβουλία:
«Λοιπόν, κυρία Ευμορφία, επιτρέψτε μου να σας λέω έτσι, ίσως να τα ξαναπούμε»…
«Ίσως»…
«Γειά σας, λοιπόν»…
«Γειά σας».
Έκλεισε το τηλέφωνο. Έστω κι αυτά τα τρία, τέσσερα λεπτά, κουβέντας με έναν άγνωστο, της είχαν δώσει ζωή. Γιάννης… Όπως ο ταξιτζής που την είχε πάει, τότε, στο αεροδρόμιο. Τότε που ξεπροβόδιζε την Πελαγία στο Παρίσι, κρυφά από τον Θανάση κι από το Δημητρό της.
Κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει στο ταξί. Τρία τέταρτα δρόμος (τόσο έκανες, τότε, να φθάσεις από την Τριανδρία στη Μίκρα), ολάκερο ταξίδι κι εκείνες, αμίλητες. Τα είχαν συνεννοηθεί από πριν, να πουν ότι αρρώστησε μια θεία μακρινή της Πελαγίας στην Καβάλα, κι ότι θα την πήγαινε η Μόρφω στα ΚΤΕΛ, να δει, με την ευκαιρία την αδελφή της, που έμενε στο Βαρδάρη. Γιατί τότε, μια γυναίκα μόνη, δεν τριγυρνούσε σ εκείνη την περιοχή. Η Μόρφω –υποτίθεται- θα έμενε στο σπίτι της αδελφής της και θα ΄παιρνε ταξί να επιστρέψει, να μην την πειράξει και κανείς στο δρόμο…
Όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο. Η Μόρφω κούνησε μαντίλι στην Πελαγία κι εκείνη, για πρώτη φορά στη ζωή της, μπήκε σε αεροπλάνο. Για να πάει να βρει το Σπυρέτο της.
Σκιάχτηκε όταν κατέβηκε στο αεροδρόμιο στο Παρίσι. Ήταν τεράστιο. Κι ενώ την ήξερε τη γλώσσα και διάβαζε άνετα τις πινακίδες, φοβήθηκε ότι θα χαθεί. Βάλθηκε να ψάχνει για κανέναν πολισμάνο, αλλά του κάκου. Διάβαζε τη μία πινακίδα πίσω από την άλλη, ώσπου ανάσανε: Ένα βέλος έδειχνε αριστερά και η λέξη ήταν… διεθνής: Ταξί!
Όταν της μίλησε ο ταξιτζής, τα ΄χασε. Τα γνώριζε τα γαλλικά, αλλά αυτά της φαινόταν αλαμπουρνέζικα! Τα είχε πει τόσο γρήγορα ο Χριστιανός…
Δεν έπρεπε να δείχνει σα χαμένη. Αδιαφόρησε για τα όσα της είπε ο ταξιτζής και πρόφερε με την καλύτερη προφορά της τη διεύθυνση του Σπύρου. Ο ταξιτζής χαμογέλασε, της είπε κάτι για την κίνηση και τότε, άρχισε να καταλαβαίνει! Λες και οι λέξεις έπεφταν από κάπου ψηλά μέσα στο κεφάλι της… Κι έτσι, συζήτησαν για λίγο, έως ότου μπουν, από τα περίχωρα, στην πόλη και βρουν την πολυκατοικία του μικρού…
Ήταν μια παλιά πολυκατοικία, χωρίς ασανσέρ. Στα κουδούνια της πόρτας δεν είχε ονόματα, αλλά αριθμούς διαμερισμάτων. Καθώς δεν ήξερε τον αριθμό του διαμερίσματος, άρχισε να ανεβαίνει, κρατώντας στο αριστερό της χέρι τον μικρό καφέ δερμάτινο σάκο της. Ευτυχώς, οι πόρτες είχαν κουδούνια με ονόματα. Στο δεύτερο όροφο, βρήκε το διαμέρισμα του Σπύρου. Πάτησε το κουδούνι.
Της άνοιξε μια κοπέλα, που φορούσε –ναι, εκείνο ήταν- το σιέλ πουλόβερ του Σπύρου της. Το γνώριζε εκείνο το πουλόβερ. Το είχε πλέξει με τα χέρια της. Και το είχε κάνει λίγο μεγάλο κι ο Σπύρος όλο την πείραζε. Και τώρα το φορούσε εκείνη η άγνωστη κοπέλα, που στεκόταν στην πόρτα, χωρίς να φορά τίποτε άλλο, με μια κούπα καφέ στα χέρια, σαν οικοδέσποινα, που την ξύπνησε κάποιος ενοχλητικός. Μάζεψε το θάρρος της, έσπρωξε στο βάθος τη ντροπή της και ρώτησε:
«Σπύρος ε λα»;
«Ουί, ιλ ε λα. Σπιγό»!
Η κοπέλα τσίριξε. Ο… Σπιγός μουρμούρισε κάτι γαλλικά κι ακούστηκαν τα βήματά του στο διάδρομο. Ήταν –κι αυτός- αγουροξυπνημένος. Την κοίταξε, πάγωσε, ψέλλισε:
«Μάνα»…;
«Ποια είναι η κοπέλα Σπύρο»;
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι.
«Ποια είναι η κοπέλα Σπύρο; Δε θα με συστήσεις»;
Η φωνή του έσβηνε. Η Πελαγία, όμως, ήταν σα να τον άκουγε να φωνάζει:
«Η γυναίκα μου»…

Συνεχίζεται…

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

Μέρος 10ον

Καθόταν απέναντι από το φλιτζάνι της. Σκεφτόταν αν ήταν πρέπον να το γυρίσει, για να το διαβάσει μετά. Αλλά έτσι; Μόνη της; Δεν της έκανε κέφι.

Αχ, πόσες και πόσες φορές δεν έλεγε τον καφέ στις φιλενάδες της; Ακόμη και στην Πελαγία. Γιατί κι εκείνη, όταν είχε ζόρια, άνοιγε την πόρτα της αυλής της και, μια και δυο, διέσχιζε το δρόμο και βρισκόταν στην αυλή της Μόρφως.
«Μόρφω; Πού είσαι ευλογημένη»;
Σα να άκουγε τη φωνή της… Να! Λες και ήταν τώρα δα, που δεν υπήρχαν πολυκατοικίες στην κατηφόρα της εκκλησίας κι ήταν τα σπίτια τους, το ένα απέναντι από το άλλο. Τότε που η μία δεν ήθελε να δει την άλλη, αλλά όποτε είχαν τους καημούς τους, έβρισκαν μια δικαιολογία, πότε ότι ήθελαν λίγο αλεύρι, πότε ότι τους είχε τελειώσει ο καφές και δρασκέλιζαν η μία το κατώφλι της άλλης.
Να τηνα, η Πελαγία! Ξαναπέρασε το κατώφλι της!
«Εδώ! Εδώ έλα! Στην κουζίνα»!
Μια ζωή στην κουζίνα… Από το πρωί, ως και με το βράδυ, στην κουζίνα. Πρώτα για να ετοιμάσει πρωινό του Δημητρού της. Έπειτα, για το φαγητό. Στο ενδιάμεσο να πλύνει τα πιάτα, να βγει για λίγο να σκουπίσει και να σφουγγαρίσει, κι έπειτα, αφού έτρωγαν, να κάνει έναν καφέ, να τον πιούν παρέα. Κι αφού εκείνος ή έπαιρνε τον υπνάκο του ή πήγαινε να βρει τους φίλους του –και τον Θανάση – εκείνη έπαιρνε το κέντημα και καθόταν δίπλα στο παραθύρι, που είχε πάνω από τις βρύσες.
Κι εκεί βολόδερνε, ώσπου να ανοίξει την τηλεόραση, να δει τον Άγνωστο Πόλεμο. Τώρα, που είχαν τηλεόραση. Γιατί παλιά, με το ραδιόφωνο, άνοιγε το Φίλιπς, έψαχνε το ραδιοφωνικό σταθμό της Φωκίδας κι άκουγε… Καραγκιόζη! Πόσο της άρεζε… Κι έπειτα, τις μεγάλες επιτυχίες της Κολούμπια και της Μίνος Μάτσας και Υιός.
Η πόρτα άνοιξε κι η Πελαγία μπήκε στην κουζίνα.
«Θα βγάλεις τα μάτια σου, μέσα στο σκοτάδι, να πλέκεις και να κεντάς»!
«Και τι θες να κάνω; Να μείνω ανεπρόκοπη; Να μην ετοιμάσω ένα σεμεδάκι, μια δαντέλα, κάτι, να υπάρχουνε»;
Η Πελαγία ήξερε το μεγάλο σαράκι που έτρωγε την Μόρφω. Και δεν έλεγε κουβέντα. Εξάλλου, όποτε περνούσε το κατώφλι της, κάτι άλλο ήθελε, από το να πιάσουν κουβέντα:
«Μου τέλειωσε ο καφές. Μήπως μπορείς να με ευκολύνεις λίγο που ο Μήτσος, ο μπακάλης, έχει κλείσει»;
«Φέρε το βαζάκι σου»…
Η Μόρφω το ΄ξερε, από την πρώτη στιγμή, πως ο καφές ήταν μόνον το πρόσχημα. Αλλά περίμενε και το παρασύνθημα:
«Μη βάλεις πολύ… Ίσα – ίσα για μένα, για τώρα, και δυο κουταλιές για το πρωί. Μ’ έπιασε ένας πονοκέφαλος, άλλο πράμα. Γι αυτό τον θέλω τον καφέ… Άσε. Ούτε το μπρίκι να δω, δεν μπορώ».
«Ε, άμα είναι για φάρμακο, άσε να σου κάνω εγώ έναν καφέ»…
«Να μη σε βάζω σε κόπο τώρα»…
«Τι κόπος… Να, ίσα-ίσα, θα σου πω και το φλιτζάνι, θα περάσει και η ώρα».
«Μα σκοτείνιασε… Κάνει»;
«Ακόμα δεν έδυσε ο ήλιος. Κάνει»!
Κι έτσι βρίσκονταν οι δυο τους, από τη μια και την άλλη πλευρά του τραπεζιού της κουζίνας. Κι ανάμεσά τους, δυο φλιτζάνια του καφέ. Το ένα μισογεμάτο και το άλλο άδειο, γυρισμένο στο πιατάκι του. Να κάτσει ο ντελβάς.
Τινάχτηκε από τη θέση της! Τι τα ήθελε και τα θυμόταν πάλι αυτά; Πάλι θα θυμόταν εκείνη την καταραμένη τη μέρα… Τότε που…
«Λόγια! Βρε συ, Πελαγία μου, λόγια… Πολλά λόγια. Και στενάχωρα. Άσε να μην στο πω, καλύτερα»…
«Πες το μου, να ησυχάσω, Μόρφω μου… Πες το μου, γιατί τα πράματα δεν πάνε καλά»…
«Τι έγινε»;
«Ο Σπύρος μας»…
«Ε, τι; Τι θέτε, πια, από το παιδί; Έγινε κοτζαμάν παλικάρι, πέρασε στο πανεπιστήμιο, τι άλλο θέτε»;
«Θα φύγει»…
«Θα φύγει; Θα φύγει να πάει πού; Τι; Θέλει το δικό του σπίτι; Αχ, τι μόδα είναι αυτή… Κι άλλα παιδιά από τη γειτονιά, που περάσανε στο πανεπιστήμιο, τους έχουν ψήσει το ψάρι στα χείλη των γονιών τους, να τους νοικιάσουν, λέει, σπίτι στη Μελενίκου, κοντά στο Πανεπιστήμιο. Άκουσον, άκουσον! Λες και η Τριανδρία είναι μακριά… Πέντε λεπτά δρόμος. Αλλά… Αλλά… Πελαγία; Κλαις»;
Είχε κρύψει το πρόσωπο με τα δυο της χέρια κι έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς. Άπλωσε το χέρι της, η Μόρφω, να την αγγίξει στην πλάτη. Μετάνιωσε και τράβηξε το χέρι της. Δεν είχαν ποτέ, τόσα θάρρητα. Σα να κατάλαβε η Πελαγία την κίνηση, σήκωσε το πρόσωπο. Μούσκεμα ήταν τα μάτια και τα μάγουλά της.
«Καλά θα ήταν να πάει να βρει σπίτι στο κέντρο. Αλλά αυτός θέλει να φύγει από την πόλη. Θέλει να παρατήσει τις σπουδές του και να φύγει»…
«Τώρα; Που τελειώνει; Καλά, αυτός δεν ήταν που σας είχε πάρει τα αυτιά να βάλετε μέσον, να πετύχετε την μετεγγραφή του; Να είναι μαζί με την Άννα; Αυτόν το χρόνο δεν έχει ακόμη»;
«Αυτόν τον χρόνο, αλλά ποιος ξέρει πόσα μαθήματα… Θέλει να πάει στο Παρίσι, κατάλαβες; Τι να κάνει στο Παρίσι»;
«Θα σπουδάσει! Μήπως το παιδί θέλει να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του; Ε, πρέπει να το βοηθήσετε, Πελαγία. Ξέρω, είναι δύσκολο, αλλά»…
«…αλλά δε θέλει να σπουδάσει! Θέλει να τα παρατήσει, τώρα που τελειώνει, να πάει να γίνει μοδίστρα! Ακούς; Μοδίστρα»!
«Κι είναι ανάγκη να πάει ως το Παρίσι, για να γίνει μοδίστρα, μωρή Πελαγία; Ας πάει με την κυρα-Λένη, που μαντάρει τις κάλτσες της γειτονιάς, να γίνει ο καλύτερος! Κάτι άλλο θα θέλει το παιδί»…
«Τι άλλο; Τον ρώτησα εγώ, μήπως θες, παιδάκι μου να γίνεις ζωγράφος και μας το κρύβεις; Γιατί εκεί στο Παρίσι, όλοι κάτι τέτοιο πάνε και σπουδάζουνε… Όχι μου είπε! Κι είπε, μετά, ότι θέλει να γίνει πατρονίστ»…
«Τι είναι αυτό, πάλι»;
«Θα σχεδιάζει, λέει, ρούχα».
«Κουστούμια; Στολές στρατιωτικές; Όπως ο κυρ-Ανέστης, ο ράφτης»;
«Αμ δε… Ρούχα γυναικεία. Φούστες, μπλούζες, ντε πιες, ζιπ κιλότ, μίντι, μίνι, μάξι, τέτοια πράματα! Μου το ΄πε και μου ανέβηκε η πίεση στο 14. Για πες μου εσύ, πώς να το πω του Θανάση αυτό; Ότι ο γιος του, θέλει να παρατήσει το Πολυτεχνείο και να πάει να γίνει μοδίστρα»;
«Τι να σου πω βρε Πελαγία μου… Δεν τον αφήνεις να το πει μόνος του»;
«Εμ, γι αυτό ήρθα κι εγώ να μου πεις το φλιτζάνι, να δω τι θα γίνει, να πάρω τα μέτρα μου»….
Γύρισε κι η Μόρφω το φλιτζάνι κι άρχισε να διαβάζει. Μόνο που, εκτός από τα λόγια –στενάχωρα, αλλά λόγια- άλλο κακό δεν βρήκε. Βρήκε δρόμο. Και πάνω στο δρόμο, της έβγαινε μια στεναχώρια, αλλά σχέση με το παιδί, δεν είχε…
«Όπως στα λέω είναι, Πελαγία μου. Θα πει, θα πει, θα ξεσκάσει. Τίποτα άλλο δε θα κάνει».
Κι έτσι έγινε. Όταν ο Θανάσης άκουσε ότι ο γιος του ήθελε να γίνει πατρονίστ, είπε, είπε, είπε, ώσπου δεν είχε τι άλλο να πει. Κι Σπυρέτος, λες και ήταν μιλημένος, τον άφησε να λέει, να λέει, να λέει, ώσπου δεν είχε τι άλλο να πει.
Κι εκεί που νόμισαν ότι τελείωσε, γύρισε απότομα στο Σπύρο του:
«Και πόσο θα μας κοστίσει αυτή η νέα τρέλα σου»;
«Δε θέλω χρήματα»…
«Μπα; Εσύ από περηφάνια θα πας… Βρε, πες πόσα θες να τελειώνουμε»…
«Δε θέλω χρήματα, σου είπα».
«Και πώς θα πας στο Παρίσι; Με τα πόδια; Κι άντε, πήγες με τα πόδια. Τι θα τρως»;
«Έχω κάνει το κουμάντο μου»…
«Τι κουμάντο έκανες, δηλαδή»;
«Δούλευα»…
«Δούλευες»;
«Δούλευα»…
«Και πού δούλευες, για να ΄χουμε καλό ρώτημα»;
«Σερβιτόρος»…
Στήλη άλατος, ο Θανάσης. Ο γιος του, που τον είχε για μη μου άπτου, που εκείνος τον είχε μη στάξει και μη βρέξει, δούλευε σερβιτόρος. Κι είχε κάνει και το κομποδεματάκι του…
Μπήκε στη μέση η Πελαγία, γιατί ο Θανάσης ακόμη σκεφτόταν:
«Και πόσα έβγαλες»;
Έκανε μία ο «μικρός» κι έβγαλε από την κωλοτσέπη ένα βιβλιάριο του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου. Το πήρε, με αργές κινήσεις, ο Θανάσης κι άνοιξε την πρώτη σελίδα. Γούρλωσε τα μάτια, άσπρισε, μετά κοκκίνισε κι έπειτα, κίτρινος σαν το φλουρί, ψέλλισε:
«Εκατόν εξήντα χιλιάδες δραχμές»!
Μια περιουσία! Τότε, για ν αγοράσεις ένα σπίτι, ήθελες δεν ήθελες 180 με 200 χιλιάδες. Κι ο Σπύρος του, είχε μαζέψει 160!
Από τότε δεν ξαναμίλησε για την επιθυμία του Σπυρέτου να γίνει πατρονίστ. Ούτε κατάλαβε ποτέ, τι ήταν ο πατρονίστ.
Όμως το φλιτζάνι της Μόρφως, είχε βγάλει δρόμο και μια στεναχώρια για την Πελαγία. Κι ο δρόμος βγήκε –και η στεναχώρια στο τέλος του. Γιατί οι μήνες περνούσαν κι ο Σπύρος, ο πατρονίστ, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Η Αννούλα ξημεροβραδιαζόταν σπίτι τους, μήπως και πάρει ο Σπύρος κανένα τηλέφωνο και δεν είναι εκεί να τον ακούσει. Αλλά ο Σπύρος, τίποτα. Ούτε τηλέφωνο στο Θανάση, ή στην Πελαγία, ούτε γράμμα στην Αννούλα.
«Βλέπω το κορίτσι μας να κλαίει, να βαλαντώνει και μου ΄ρχεται να βάλω κι εγώ τα κλάματα».
«Και τι θες να κάνω, μωρέ Πελαγία; Να πάρω το αεροπλάνο να πάω στο Παρίσι να αρχίσω να ρωτάω, πέρα δώθε, πού είναι ο Σπύρος»;
Βέβαια, εκείνος δεν μπορούσε να πάει στο Παρίσι. Αλλά εκείνη…
Η Πελαγία το ΄κανε το ταξίδι στο Παρίσι. Γιατί ήξερε τη γλώσσα. Μόνον που το ταξίδι έκρυβε μεγάλη στεναχώρια.
Τι τα ΄θελε και τα θυμόταν, τώρα, αυτά…

Συνεχίζεται…

Κυριακή 19 Αυγούστου 2007

Μέρος 9ο


Προχωρούσε προς την εκκλησία. Εκεί που, άλλες φορές είχε βρει καταφύγιο κι άλλες είχε ξεσπάσει το θυμό του. Εκεί που είχε πιει τον πιο γλυκό καφέ της ζωής του, όταν, κάποτε, τον κέρασε ο παπα-Λάμπης. Τότε που δεν ήξερε τι να κάνει.

Το θυμόταν λες και ήταν τώρα. Λες και το ζούσε αυτήν τη στιγμή. Τόση ήταν η αγάπη του για την Πελαγία του. Αυτή η αγάπη την κρατούσε, ακόμη, κοντά του.

Ναι, την αγαπούσε την Πελαγία. Αλλά δεν τολμούσε να ξαναπαντρευτεί. Είχε και το παιδί, δεν ήξερε πώς θα το πάρει… Αλλά, από την άλλη, πώς να ζούσε, εκείνη την εποχή, με μια αστεφάνωτη, κάτω από την ίδια στέγη;

«Να τη στεφανωθείς! Αυτό είναι το σωστό»!

«Το σωστό είναι να κάτσω στα αγβά μου»…

«Μαλακίες…»

Δεν συνήθιζαν να βρίζουν, στα καλά καθούμενα. Ούτε εκείνος, ούτε ο Δημητρός. Και για να πει, κάτι τέτοιο, ο φίλος του ο Δημητρός, πάει να πει ότι το ΄νοιωθε.

«Ε, τι λες τώρα»;

«Τι λέω; Αυτό που έπρεπε να πεις εσύ! Δεν το κατάλαβα, δηλαδή… Σε ποιόνανε θα δώσεις λογαριασμό; Τα φοράς, ή δεν τα φοράς τα παντελόνια»;

«Μωρέ, τα φοράω! Αλλά λογαριασμό θα δώσω σε όσους φοράνε παπούτσια και μιλάνε ελληνικά! Όλοι θα ορμήσουν να με φάνε, που θέλω να ξαναπαντρευτώ και δεν κάθομαι ήσυχος, να μεγαλώσω το παιδί μου»!

«Να ΄ρθουν αυτοί, ρε, να μεγαλώσουνε μονάχοι τους ένα παιδί! Έλα να τους δω τους παλικαράδες! Που όλα τα ξέρουν»!

«Θα ΄ρθουν και θα πουν»…

«Θα πουν… Τι θα πούνε, δηλαδή; Δε χρειάζεται ένα γυναικείο χέρι στο σπίτι που μεγαλώνει ένα παιδί»;

«Ξέρεις πώς είναι ο κόσμος»…

«Εγώ ξέρω. Κι εσύ πρέπει να τον έχεις χεσμένο»!
Ο Δημητρός ήταν πυρ και μανία με το φίλο του. Τον είχε για άνθρωπο που δε λογάριαζε τι θα έλεγαν οι γύρω, οι άλλοι. Πολλές φορές είχε πάει κόντρα σε όλους, για να περάσει το δικό του. Έδειχνε να μη λογαριάζει τις γνώμες των άλλων, πολύ περισσότερο τα κουτσομπολιά. Γι αυτό και δεν είχε κρύψει ποτέ το δεσμό του με την Πελαγία.

Αχ, η Πελαγία… Περπατούσε στο δρόμο αγέρωχη, με το κεφάλι ψηλά. Σε κανέναν δεν έδινε σημασία και κανείς δεν τολμούσε να της πει το παραμικρό. Κι ας την είχε αστεφάνωτη…. Εκτός, ίσως, από εκείνη την κάργια, την Μόρφω. Που όση αγάπη τους έδειχνε ο Δημητρός της, τόσο μίσος έβγαζε εκείνη. Και για την Πελαγία του και για τον ίδιο…

«Ακόμη ως σήμερα»…

Το σιγοψιθύρισε, καθώς επέστρεφε, για λίγο, από τις σκέψεις του, στο δρόμο προς το καφενείο. Και, συνάμα, το μετάνιωσε. Γιατί, πλέον, δεν ήταν κακία αυτό που της έβγαινε της γειτόνισσάς της. Κάτι άλλο ήταν, αλλά δεν μπορούσε να το αποδώσει με λόγια. Άλλωστε, τα λόγια, δεν ήταν ποτέ το φόρτε του. Σε αυτά ήταν καλύτερος ο Δημητρός. Είχε κυλήσει ο τέντζερης κι είχε βρει το καπάκι…

Είχε φθάσει στο καφενείο. Το τραπέζι του, εκείνο στη γωνία, που έβλεπε προς την εκκλησία αλλά και προς το σχολείο, ήταν άδειο. Το ξέρανε οι υπόλοιποι, ότι τέτοια ώρα ερχότανε και το άδειαζαν, να το βρει κατά πως το επιθυμούσε. Κι εκείνος καθόταν αναπαυτικά, απλωνόταν σε δυο καρέκλες, έβγαζε και το ψαθάκι το καλοκαίρι, το ακουμπούσε στο μαρμάρινο τραπέζι και έδινε την παραγγελία:

«Κώτσο! Τον καφέ μου ρε συ! Μια ώρα περιμένω»!

Συνήθως έδινε την παραγγελία με το που έφτανε. Αλλά, όπως έλεγε και ο Δημητρός, αν δε φωνάξεις, δε σε υπολογίζουνε…

Ο Δημητρός… Ο μόνος που επέμενε να την παντρευτεί. Ούτε κι η ίδια δεν θα επέμενε τόσο… Η ίδια… μια κουβέντα δεν είχε πει.

«Δεν ξέρω τι να κάνω, βρε Πελαγία μου. Θέλω να ζήσουμε μαζί, αλλά ξέρω ότι θα ορμήσουν να με φάνε».

«Και τώρα, δηλαδή, μαζί δε μένουμε; Χώρια μένουμε»;

Ήταν η μοναδική της παρέμβαση στο θέμα «γάμος με τον Θανάση». Γιατί, κακά τα ψέματα, εκείνη την εποχή, άμα χήρευες, χήρευες. Ειδικά αν είχες παιδιά. Μόνον που εκείνο, το καημένο, ο Σπύρος, δηλαδή, ούτε είχε ρωτηθεί, ούτε είχε μιλήσει. Κι αν τον ρωτούσε κανείς, θα έλεγε τα καλύτερα για την Πελαγία…

Κι έτσι την πήρε την απόφαση ο κυρ-Θανάσης. Αλλά λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο, ή, μάλλον, χωρίς τον δικαστικό κλητήρα. Γιατί ο αδελφός της συγχωρεμένης, ο Τάσος, ήταν δικαστικός κλητήρας. Αυτός του χτύπησε την πόρτα, εκείνο το απόγευμα. Λίγο πριν φύγει για τη βόλτα του και τον καφέ του.

Η Πελαγία άνοιξε την πόρτα κι έπειτα εξαφανίστηκε κάπου στις κάμαρες της μονοκατοικίες. Ούτε την ανάσα της άκουγες. Μόνον σε κάποια στιγμή ήρθε κι έφερε δυο ούζα με μεζέ κι έπειτα εξαφανίστηκε και πάλι, σα νεράιδα. Έμειναν οι δυό τους, Θανάσης και Τάσος, να μιλούν για τις δουλειές, για τον καιρό, λίγο για τα πολιτικά –ποιος να τολμήσει να μιλήσει, τότε, πολύ για τα πολιτικά- αλλά κουβέντα για την ταμπακέρα. Ώσπου ο Θανάσης, δεν άντεξε:

«Δε μου λες, ρε συ, Τάσο, ήρθες τόσο δρόμο από το Ντεπό, για να μου μιλήσεις για τον καιρό»;

Ο άλλος δεν είπε τίποτα. Μόνον έσκυψε το κεφάλι και βάλθηκε να κοιτάει το μωσαϊκό. Κι αν δεν προχωρούσε ο Θανάσης, μπορεί να έμενε εκεί, έως ότου ξηλώθηκε το πάτωμα, γκρεμίστηκε το σπίτι κι έγινε πολυκατοικία.

«Λοιπόν»;

«Λοιπόν, Θανάση, δεν τιμάς τη μνήμη της αδελφής μου»…

Λόγια βαριά. Έπεσαν κι έκαναν θόρυβο, στο ίδιο μωσαϊκό που εξακολουθούσε να κοιτάζει, με δυο μάτια καρφιά, που λέει και το τραγούδι, ο Τάσος. Ο Θανάσης χρειάστηκε λίγη ώρα να συνέλθει, αλλά πήρε τη σκυτάλη κι έτρεξε το κατοστάρι.

«Τι λες, ρε Τάσο; Εγώ δεν τιμώ τη μνήμη της αδελφής σου; Της γυναίκας μου; Δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν από το θάνατό της και, ως τον πέμπτο χρόνο του θανάτου της, ούτε είχα κοιτάξει άλλη γυναίκα. Κι αν ο Σπύρος μου δε χρειαζόταν μια μάνα»…

«Θα μπορούσαμε να φροντίζουμε εμείς το παιδί. Η μάνα μου…»

Ο Θανάσης τον έκοψε απότομα:

«Η μάνα σου είναι γιαγιά του! Ο Σπυρέτος θέλει μάνα. Άλλα θα δώσει μια μάνα, άλλα μια γιαγιά. Και η Πελαγία τον έχει τον Σπύρο μου, καλύτερα από παιδί της»!

«Είναι που δεν την αξίωσε ο Θεός με δικά της παιδιά»…

«Βούλωσε το βρομόστομά σου, ακούς! Λίγα τα λόγια για την Πελαγία»!

Τότε σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια του από το πάτωμα ο Τάσος. Τον κοίταξε κατάματα, ίσως για ν αποδείξει πως όσα έλεγε ήταν αλήθεια, και του πέταξε στα μούτρα την αλήθεια του:

«Η Πελαγία δεν είναι αγία. Μεγαλοκοπέλα ήταν, που θα έμενε στο ράφι, αν ένας καλός χήρος, που έχει τον τρόπο του, σαν εσένα, δεν γυρνούσε να την κοιτάξει»!

Αλλά ο Θανάσης δεν ήθελε ν ακούσει άλλα:

«Αν δεν ήσουν στο σπίτι μου, θα σε χτύπαγα»!

«Δε χρειάζεται! Φεύγω και να το ξεχάσεις το σόι μας αν παντρευτείς αυτήν την…»

«Πρόσεχε τι λες για τη μάνα μου! Για τη δεύτερη μάνα μου»!

Η φωνή του Σπύρου, φωνή παιδιού περισσότερο, παρά έφηβου, είχε οργή μέσα της. Στεκόταν με σφιγμένες γροθιές στο κούφωμα της πόρτας του δωματίου του. Οι δυο άνδρες, πάνω στη μανία τους να εκτοξεύσουν απειλές και ύβρεις, δεν τον είχαν ακούσει ν ανοίγει την πόρτα και να ακούει τη λογομαχία τους. Εκείνος, όμως, είχε βρεθεί εκεί, απέναντί τους, στο πλάι του πατέρα του, δίπλα στην Πελαγία, που παρέμενε κρυμμένη κάπου στα σπλάχνα του σπιτιού.

Ο μικρός, που εκείνη την ώρα φαινόταν περισσότερο μεγάλος από το θειο του τον Τάσο, περπάτησε στο κέντρο του δωματίου. Στάθηκε απέναντι στο θείο, με τα πόδια ανοικτά και τις γροθιές σφιγμένες, στο πλάι, σαν έτοιμος πυγμάχος, όπως αυτοί που ποζάριζαν στις ασπρόμαυρες αφίσες του 50, που κρεμόντουσαν έξω από τα γυμναστήρια.

«Τη μάνα μου δεν τη γνώρισα. Πέθανε τέσσερα χρόνια μετά τη γέννα. Πέντε χρόνια, αφήσατε αυτόν τον άνθρωπο να γίνεται κομμάτια, πατέρας και μάνα μαζί, φίλος και συγγενής, για να τελειώσω το σχολείο, να πάω στο γυμνάσιο. Από τη μάνα μου θυμάμαι μόνο ένα νανούρισμα, γλυκό σαν κανταΐφι και μια ζακέτα απαλή σαν πούπουλα –μοχέρ την έλεγε. Και εδώ και πέντε χρόνια, ήρθε μια άλλη γυναίκα, να μου σταθεί σα μάνα και σα γυναίκα του πατέρα μου. Δε θα τη διώξει κανείς σας»!

Ο Τάσος σηκώθηκε όρθιος. Κοιτούσε πάλι κάτω, στο μωσαϊκό. Περπάτησε αργά προς την πόρτα. Με την πλάτη γυρισμένη σε πατέρα και γιο, άνοιξε, με δυσκολία, το στόμα του:

«Συγνώμη αν σας προσέβαλα. Οι αδελφές μου, βλέπετε… Καλή σας νύχτα και τα χαιρετίσματά μου στην Πελαγία».

Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Ο Θανάσης πήγε να πει κάτι στο γιο του, αλλά εκείνος στράφηκε και μπήκε σ ένα από τα δωμάτια. Εκεί από όπου ερχόταν το κλάμα της Πελαγίας.

Την επομένη, την ώρα του καφέ, ο Θανάσης προσπάθησε ν ανοίξει κουβέντα, στην Πελαγία, για το γάμο. Κι εκείνη τον έκοψε απότομα.

«Δεν έχω ανάγκη γάμους και νυφικά»!

Τότε ήταν που ο κυρ-Θανάσης πήρε την απόφαση να πάει ως τον παπα-Λάμπη, μπας και τον φωτίσει.

Ο παπάς, ένας εύσωμος σαραντάρης, με έξι παιδιά και μια παπαδιά όνειρο, που κόλαζε ακόμη και αρχιμανδρίτη, με κατακόκκινα γένια και μαλλιά και πράσινα μάτια, έμοιαζε περισσότερο με ρόκερ, παρά με ιερωμένο. Αλλά και οι συμβουλές του, καμία σχέση δεν είχαν με όσα άκουγαν ως τότε οι πιστοί. Και οι δραστηριότητές του, το ίδιο. Είχε βάλει πιγκ πογκ στις αίθουσες των κατηχητικών, τάβλι και σκάκι, διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια κι είχε βαλθεί να σκαρώσει μια βιβλιοθήκη. Μάλιστα, κάποιος γνωστός για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, που έβλεπε με επιφύλαξη τις κινήσεις του παπά, του έστειλε τρία βιβλία του Καζαντζάκη, «για τις ανάγκες της βιβλιοθήκης».

«Πάντα είχα τις αμφιβολίες μου, για το αν η εκκλησία μας αφόρισε στην πραγματικότητα αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και λογοτέχνη. Πάντως, εγώ, δεν έχω κανένα σχετικό χαρτί από τον μητροπολίτη. Άρα, σε ευχαριστώ, εκ μέρους του ποιμνίου».

Η απάντηση του παπα-Λάμπη είχε γίνει αντικείμενο συζήτησης για αρκετούς μήνες. Κάποιοι είπαν ότι ο παπάς είναι… κομουνιστής. Πρότειναν να επέμβει η Ασφάλεια. Άλλοι ότι το ‘κανε για τα μάτια του κόσμου. Και κάποιοι τον θεωρούσαν «άγιο άνθρωπο». Αυτοί οι τελευταίοι πλήθαιναν, μέρα με τη μέρα, όσο ο παπα-Λάμπης συνέχιζε την… επαναστατική του δράση, εντός των κύκλων της ημετέρας εκκλησίας.

Αυτόν τον παπά, πήγε και βρήκε ο κυρ-Θανάσης.

«Την αγαπάς την Πελαγία»;

«Την αγαπάω, πάτερ».

«Τη ρώτησες τι θέλει»;

«Τη ρώτησα, πάτερ. Ούτε να ακούει δε θέλει για γάμους, ειδικά μετά από όσα έγιναν με τον κουνιάδο μου».

«Το παιδί το άκουσες, Θανάση»;

«Το άκουσα, πάτερ. Αλλά είναι παιδί»…

«Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, Θανάση… Το παιδί μίλησε με τα λόγια του Θεού. Η πρώτη σου γυναίκα, συγχωρέθηκε και ο έρμος ο Σπύρος σου, δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει, καλά – καλά. Βρέθηκε, τώρα, μια γυναίκα να του παρασταθεί σα μάνα πραγματική και θα τη βγάλουμε από τη μέση; Αυτό δεν το ευλογάει ούτε Θεός, ούτε διάολος».

«Μα εγώ θέλω να την παντρευτώ! Εκείνη δε θέλει, όσο σκέφτεται τον κόσμο».

«Ο κόσμος μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Δηλαδή, Θανάση, ο κόσμος δε μιλάει τώρα που είναι ανύπαντρη στο πλευρό σου; Ή, νομίζεις ότι δεν έχουν καταλάβει πως έχει πάψει χρόνια τώρα να είναι οικονόμος στο σπίτι σου κι έχει γίνει γυναίκα σου; Το παιδί έχει σημασία Θανάση. Πώς νοιώθει το παιδί»!

«Κι ο Θεός, πάτερ; Ο Θεός τι θα πει γι αυτήν τη γυναίκα που την έχω αστεφάνωτη μέσα στο σπίτι μου»;

«Ο Θεός βλέπει και κρίνει. Και κρίνει σωστά. Βλέπει τις δυσκολίες που υπάρχουν. Κι όπως δεν είπε τίποτα που την έβαλες στο σπίτι σου, γιατί έβλεπε την αφοσίωσή της και την ανάγκη του παιδιού, έτσι δε θα πει τίποτα και τώρα, αν την έχεις, δίπλα σου, αστεφάνωτη. Γιατί βλέπει και τους άλλους, βλέπει κι εσάς, που είστε καλύτερα από παντρεμένοι. Και κρίνει. Κι η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος σας, Θανάση».

«Μα»…

«Αν, πάλι, θελήσει η ίδια η Πελαγία να σταθεί δίπλα σου, στην εκκλησία, ντυμένη νύφη, τότε… Ε, τότε, βίον ανθόσπαρτον, από τώρα, Θανάση»!

Με την ευλογία της εκκλησίας στο κεφαλάκι του, ο Θανάσης επέστρεψε στο σπίτι. Κι εκεί, βρήκε στο σαλόνι, την Πελαγία του και τον Σπυρέτο του, να τον περιμένουν.

«Λοιπόν; Τι είπε ο Άγιος»;

Το ύφος της Πελαγίας ήταν ανυπόμονο, αλλά όχι αυστηρό, όπως τις προηγούμενες ημέρες.

«Είπε να κάνουμε ό,τι πεις εσύ. Γιατί εσύ είσαι, ήδη, και γυναίκα και, προπάντων, μάνα για το παιδί».

«Τότε θα παντρευτούμε την άλλη Κυριακή. Στο παρεκκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο Κρυονέρι. Εσύ, εγώ, το παιδί, ο παπάς κι ο κουμπάρος. Δε θέλω κανέναν τους».

Κι έτσι κι έγινε. Η Πελαγία στάθηκε, τελικά, νύφη, στο πλευρό του Θανάση της, στο εκκλησάκι. Και τους πάντρεψε ο παπα-Λάμπης, που έκανε τα αδύνατα δυνατά, να βρεθεί, για εκείνη τη μέρα, σε άλλη ενορία. Και μέσα στην εκκλησία, ήταν μόνον οι δυο τους, ο παπάς, ο Σπύρος –που κρατούσε τη λαμπάδα- κι ο κουμπάρος –ο Δημητρός.

Απ έξω, όμως, ήταν όλη η γειτονιά. Ακόμη κι η Μόρφω. Γελαστή, με το καλό της ταγιέρ. Ναι, ναι! Τώρα τη θυμόταν καλύτερα ο Θανάσης! Ήταν εκεί, γελαστή, στις χαρές τους! Κι όμως, τον κακό της το λόγο τον είχε, πάντα, στο στόμα.

Γιατί άραγε;

Συνεχίζεται...

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Μέρος 8ο

Τον είδε, ευθυτενή, κοτσονάτο γέρο, να παίρνει την κατηφόρα. Πήγε να του φωνάξει, αλλά τι να του πει; Φαινόταν πνιγμένος στις σκέψεις του. Κι εκείνη είχε τόσες δουλειές να κάνει.
"Θα με πάρει, πάλι, το βράδυ"...
Μόνη της το ΄λεγε αυτό, κάθε τόσο. Με το που ξεκινούσε μια δουλειά, είχε το φόβο να προκάμει. Ένα άγχος και μια αγωνία, λες κι αν δεν προλάβαινε, κάποιος θα τη μάλωνε, θα της έκοβε το μισθό.
Αλλά είχε να το περηφανεύεται η Μόρφω. Στα τόσα χρόνια νοικοκυρά -και μιλάμε, τώρα, για δεκαετίες, θα μπορούσε να πάρει σύνταξη- ποτέ δεν άφησε δουλειά στη μέση. Μπορεί να την έπαιρνε η νύχτα, αλλά εκείνη θα τελείωνε. Μόνο μια φορά... Σαν τώρα το θυμότανε...
Τίναξε το κεφάλι της, λες και ήθελε να σταματήσει τη σκέψη. Να τη διώξει. Να τη βγάλει από το μυαλό της. Εκείνη, όμως, είχε φωλιάσει για τα καλά και θέριευε. Γιγαντώνονταν. Κάτι σαν ένας τεράστιος κισσός, ή, καλύτερα, ένα λυκόφυτο, που απλώνεται συνέχεια, πνίγοντας όλα τα υπόλοιπα.
Συνοφρυώθηκε. Σούφρωσε τα φρύδια της, όπως έκανε όταν στεναχωριόταν. Η σκέψη δεν έλεγε να φύγει. Κι απλώθηκε. Την κάλυψε.
Ήταν νέα. Το ίδιο κι ο Δημητρός της. Είχαν δεν είχαν δυο - τρία χρόνια μαζί και μόλις πέντε μήνες παντρεμένοι. Ο Δημητρός δούλευε στο εργοστάσιο, στα μετάξια. Διάλεγε κουκούλια -μια δουλειά καθαρά γυναικεία, εκείνη την εποχή, ειδικά στο μεταξάδικο της Τριανδρίας. Κι ήταν Μάιος. Μάιος του 1963.
"Και πού θα πας, μαθές";
"Πού θα πάω, ρε Μόρφω; Σε πολιτική συγκέντρωση θα πάω"!
"Να κάτσεις στα αβγά σου"!
"Μόρφω! Σαν πολλά μας τα ΄πες"!
"Να κοιτάς τη δουλειά σου! Τι θες, τώρα και μπλέκεις με κόμματα; Τι καλό θα δεις από αυτά";
"Εγώ; Δηλαδή να δω προσωπικό καλό; Ντροπή, ρε Μόρφω"!
"Μου ΄γινες, τώρα και κομμουνιστής..."
"Έλα στα συγκαλά σου κοπέλα μου... Τι κομμουνιστής και κουραφέξαλα... Θα πάω να ακούσω! Σοβαρός άνθρωπος είναι. Βαλκανιονίκης. Αθλητής. Να ακούσω τι λέει. Αυτό σημαίνει ότι θα τον ψηφίσω κι όλας";
Με αυτά και αυτά την έπεισε τη Μόρφω. Και πήγε. Κι εκείνη πέρασε τη μεγαλύτερη αγωνία της ζωής της... Γιατί η κατάρα το ΄θελε, το απόγευμα εκείνης της μέρας, να περάσει από το καφενείο. Εκεί που τα ΄πιναν, ο Μανώλης κι ο Σπύρος. Καθάρματα κι οι δύο -κρίμα που το γειτονόπουλο, ο γιος του κυρ-Θανάση, θα έπαιρνε, μερικούς μήνες αργότερα, το όνομα του ενός- ψευτόμαγκες και κουτσαβάκηδες, ήταν, ήδη, μεθυσμένοι. Και μιλούσαν για τη συγκέντρωση:
"Σκότωμα θέλει ο πούστης"!
"Ναι, ρε! Σκότωμα! Όλοι αυτοί, τα κουμμούνια, σκότωμα θέλουν! Για να γλιτώσει η χώρα"!
Έπιναν, έβριζαν κι απειλούσαν. Κι έλεγαν ότι είχαν ραντεβού, μετά, στα γραφεία της Ασφάλειας.
Σφίχτηκε η καρδιά της. Κι άρχισε να χτυπάει δυνατά! Ο Δημητρός της, είχε φύγει πριν κανένα μισάωρο, για τη συγκέντρωση. Θα πήγαινε από νωρίς, είχε πει, γιατί θα περνούσε από έναν φίλο του, να τον πάρει, να πάνε μαζί.
Ακόμη και τώρα, που τα θυμόταν, η καρδιά της πονούσε. Πισωπάτησε και κάθισε στην καρέκλα, στο μπαλκόνι, δίπλα στο φλιτζάνι με τον καφέ. Ζαλιζόταν. Τίναξε, πάλι, το κεφάλι της, αλλά η σκέψη, το παρελθόν, συνέχιζε να απλώνεται. Δίχτυ, σε μαύρη, σκοτεινή θάλασσα.
Είχε δουλειές να κάνει. Είχε βάλει μπροστά σκούπισμα κι είχε και σφουγγάρισμα, ρούχα, ασπρόρουχα, να περιμένουν για πλύσιμο. Γι αυτό είχε βγει από το σπίτι, να πάει ως το μπακάλικο, να πάρει λίγο λευκαντικό. Κι έτσι πέρασε από το καφενείο κι έτσι τους άκουσε, τα δυο ρεμάλια, που τα ΄πιναν στο τραπεζάκι, έξω από το μαγαζί. Τα ΄πιναν, έβριζαν κι απειλούσαν.
Τρελάθηκε. Δεν ήξερε πού να πρωτοπάει. Στους γειτόνους; Σε συγγενείς; Να ψάξει να βρει εκείνο το φίλο του Δημητρού; Τι να σου κάνουν οι γειτόνοι; Και τι οι συγγενείς; Κι αυτόν το φίλο του Δημητρού, μια δυο φορές τον είχε ακούσει, ποτέ δεν τον είχε δει. Ήξερε ότι καθόταν κάπου στις 40 Εκκλησιές, αλλά πού ακριβώς;
"Στην εκκλησία! Πάνω από την Ηλεκτρική Εταιρία! Ναι"!
Το μυαλό της πήρε στροφές. Θυμήθηκε. Και πήρε το δρόμο, με τα πόδια, γιατί εκείνη την εποχή ήταν ελάχιστα τα λεωφορεία. Και, μέσα από το δάσος, το φρεσκοφυτεμένο, ήταν πιο εύκολα να φθάσει.
Πέρασε το νταμάρι, εκεί που τώρα είναι το Θέατρο Γης. Και συνέχισε. Πέρασε τις εγκαταστάσεις της Ηλεκτρικής Εταιρίας. Αριστερά της έβλεπε τα εβραϊκά μνήματα. Τεράστιες αλάνες, χωρίς ένα κτίριο. Κι έφθασε, κάποια στιγμή, λαχανιασμένη, στη γειτονιά του φίλου...
Ακόμη και τώρα, που τα θυμόταν, είχε λαχανιάσει. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε. Δεν αισθανόταν καλά. Αλλά οι αναμνήσεις, εκεί! Συνέχιζαν. Δε σταματούσαν με τίποτα. Θυμήθηκε πώς έψαχνε, ένα - ένα, τα σπίτια. Και πως βρήκε, τελικά, τη μάνα του φίλου. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, μαυροντυμένη, που όταν άκουσε τα καθέκαστα, καθόλου δεν έσπασε το πρόσωπό της. Ανέκφραστη έμεινε. Μόνο είπε:
"Φασίστες"!
Γύρισε και μπήκε στο σπίτι. Έκλεισε την πόρτα πίσω της κι άφησε την Μόρφω, σα μια άλλη γυναίκα του Λωτ, στο κατώφλι, δίπλα στη μπουκαμβίλια. Γείτονες της είπαν πως ο Δημητρός κι ο φίλος κατηφόρισαν, με τα πόδια, πριν κανένα τέταρτο. Κι εκείνη, πήρε την κατηφόρα μόνη.
Όταν έφθασε στη γωνία της Ερμού με τη Βενιζέλου, ο κόσμος ήταν πολύς. Πολλοί κι οι
χωροφύλακες. Κι ακόμη περισσότεροι, οι άλλοι. Ο δρόμος ήταν άδειος. Οι χωροφύλακες είχαν κάνει μια σειρά, ντυμένοι σα στρατιώτες, με κράνη και όπλα στα χέρια, για να μην περνούν οι άλλοι, προς το σινεμά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη και ένας μεσόκοπος μ έναν νεαρό, μάλωναν με τον επικεφαλής των χωροφυλάκων. Ο τελευταίος ήθελε να αναβάλει την εκδήλωση.
"Υπάρχει θέμα ασφαλείας! Το κτίριο δεν πληρεί τας προϋποθέσεις πυρασφαλείας"!
"Μα, είστε καλά, ενωμοτάρχη; Εδώ κινδυνεύουμε από τους έξω! Όχι από το κτίριο! Θα τους πούμε να μην καπνίζουν"!
Τη Μόρφω, καθόλου δεν την ένοιαζαν όλα αυτά. Εκείνη έψαχνε το Δημητρό της. Όργωσε, με το βλέμμα της, το πλήθος. Αλλά μάταια. Έσπρωχνε, χωνόταν, φώναζε το Δημητρό της. Άδικα.

Τότε είδε, μέσα από το πλήθος, αγέρωχο, το βουλευτή. Περπατούσε στη μέση του δρόμου. Βάδιζε λες και δε συνέβαινε τίποτα. Άκουσε ένα θόρυβο. Στράφηκε αριστερά της και είδε το τρίκυκλο του Σπύρου. Του κουτσαβάκη. Πέρασε με φόρα. Άκουσε έναν θόρυφο. Στην καρότσα ήταν ο Μανώλης. Ο βουλευτής έπεσε. Οι χωροφύλακες έσπρωχναν. Οι άλλοι φώναζαν:
"Θάνατος! Θάνατος"!
Κάποιοι έτρεχαν. Άλλοι κλωτσούσαν. Κάποιος την κλώτσησε.
"Θάνατος! Θάνατος"!

Κι εκείνη εκεί. Κόντρα στο πλήθος. Να προσπαθεί να κρατηθεί στα πόδια της, την ώρα που όλοι έτρεχαν προς μία κατεύθυνση. Και να φωνάζει:
"Δημητρό μου! Αγάπη μου"!
Την έριξαν κάτω. Κουλουριάστηκε. Έβαλε τα χέρια στο κεφάλι, να γλιτώσει. Κι όλο φώναζε:
"Δημητρό μου! Δημητρό μου! Μην είδατε την αγάπη μου";
Ένοιωσε ένα χέρι. Γύρισε να δει. Ο Δημητρός, με κράνος, όπλο, τη βοηθούσε να σηκωθεί. Όχι! Ένας χωροφύλακας ήταν.
"Τι θέλετε, εδώ, κυρία μου; Φύγετε! Θα ανοίξουμε πυρ. Θα πέσουν κορμιά"!
"Το Δημητρό μου! Την αγάπη μου... Σας παρακαλώ"...

Έκλαιγε. Το πλήθος την παρέσυρε, τελικά. Κοίταξε στο βάθος. Κάποιοι σήκωναν το βουλευτή. Αίμα έτρεχε από το κεφάλι του. Ένας σωματώδης νέος κυνηγούσε το τρίκυκλο, που απομακρύνονταν. Οι χωροφύλακες έσπρωχναν. Οι άλλοι φώναζαν:
"Θάνατος! Θάνατος"!
Κι οι από μέσα, άναψαν. Φώναζαν κι αυτοί:
"Φασίστες! Δολοφόνοι! Τον σκότωσαν"!
Ούτε την ένοιαζε. Εκείνη, έψαχνε με το μάτι το Δημητρό της.
"Δημητρό μου... Αγάπη μου..."
Η φωνή της έσβηνε. Πώς να ακουστεί μια φωνή μέσα στο πλήθος; Όση αγάπη κι αν της δίνει δύναμη, μια φωνή ήταν μόνον.

Έκλαιγε. Έκλαιγε στο μπαλκόνι της, καθώς θυμόταν εκείνο το απόγευμα. Και τις τρεις μέρες που ακολούθησαν.
Τρεις μέρες έκανε να γυρίσει στο σπίτι ο Δημητρός. Εκείνη, καθισμένη στην αυλή, ούτε είχε σκουπίσει, ούτε είχε πλύνει. Είχε παρατήσει σε μια γωνιά το σφουγγαρόπανο και τον κουβά, στην άλλη τα άπλυτα και τη σκάφη. Κοιτούσε κάτω, το χώμα και περίμενε. Ούτε να της περάσει από το μυαλό ότι ο Δημητρός της είχε πάθει κάτι κακό.

Όταν μπήκε ο Δημητρός στην αυλή, δεν είχε κουράγιο να τον ρωτήσει τίποτα. Μια λέξη, ήταν η εξήγησή του.
"Κρυβόμουν".
"Άλλη φορά, μη μ αφήσεις"...
Δεν την άφησε ποτέ.
Αχ, γιατί να τα θυμηθεί, τώρα, όλα αυτά;


Συνεχίζεται...

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2007

Μέρος 7ο

Δεν είχε όρεξη, πια, για καφέ. Θα τον άφηνε να πετρώσει στο φλιτζάνι. Θα τον παρατούσε και θα ΄βγαινε μια βόλτα στη γειτονιά.
Φόρεσε, στα γρήγορα, παπούτσια και πουκάμισο, έβαλε το ψαθάκι του, να μην τον πιάνει ο ήλιος, το καλό ρολόι στο δεξί –χρόνια τώρα το φορούσε στο δεξί- και διάβηκε το κατώφλι.
Βγήκε στο δρόμο, κοίταξε δεξιά – αριστερά και πήρε τον κατήφορο. Κάθε φορά, αυτό έκανε. Κοιτούσε από τη μια κι από την άλλη και διάλεγε την κατηφόρα. Θυμήθηκε τότε που τον είχε ρωτήσει η Πελαγία του:
«Γιατί βρε άνθρωπέ μου κοιτάς πάνω – κάτω το δρόμο και παίρνεις, πάντα, την κατηφόρα; Ξεκίνα μια φορά χωρίς να δεις. Αφού, πάλι την κατηφόρα θα πάρεις»…
Χαμογέλασε…
«Γυναίκα, την κατηφόρα την παίρνω εγώ, για να μην την πάρουν τα παιδιά μας»…
Ένα παιδί είχε -κι αυτό, όχι από την Πελαγία. Μπορούσε να περηφανεύεται, ότι ο Σπυράκος του, ο Σπυρέτος του, το καμάρι του, δεν την πήρε ποτέ την κατηφόρα. Εκτός από εκείνη τη μοναδική φορά, όταν ήταν 22 χρονών κι είχε μπλέξει με τις παλιοπαρέες από την Αθήνα.
Περπατούσε και τα θυμότανε, ειδικά τώρα που πλησίαζε στην εκκλησία, γιατί από τον άγιο Σπυρίδωνα, εκεί στην Τριανδρία, είχε ζητήσει βοήθεια. Που είχε το ίδιο όνομα με τον Σπυρέτο του, να το βοηθήσει το παιδί.
Είχε μπει βραδιάτικα, στο νάρθηκα, την ώρα που ο νεωκόρος σκούπιζε τα λουλούδια και το ρύζι, που είχαν μείνει ανάμεσα στα χαλιά και το μωσαϊκό του πατώματος, μετά από ένα γάμο. Αντάλλαξαν μια καλησπέρα, με ένα νεύμα του κεφαλιού. Ο κυρ-Θανάσης πήρε ένα κερί και τράβηξε γραμμή για το εικόνισμα του Άγιου.
«Βάλε το χεράκι σου, άγιέ μου, να γλιτώσει ο Σπυράκος μου, το παλικάρι μου… Κι εγώ, θα ανάψω μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι του παιδιού»…
Ο Σπύρος, στην Αθήνα, φοιτητής Πολυτεχνείου, είχε τα γνωστά μπλεξίματα, που έχει κάθε νέος στην ηλικία του. Επαρχιώτης, στην Αθήνα, προσπαθούσε να τα φέρει βόλτα με το χαρτζιλίκι του κυρ-Θανάση. Δεν ήθελε να πει στον πατέρα του ότι είχε τέτοια προβλήματα και βάλθηκε να δουλεύει. Σε σουβλατζίδικο. Ψητάς. Βλέπετε, τότε δεν υπήρχαν, ακόμη, τα ντελίβερι κι όποιος ήθελε σάντουιτς με γύρο, σουβλάκι, όπως το λέγανε στην Αθήνα, έπρεπε να πάει να το αγοράσει από το μαγαζί.
Εκεί στο ψητοπωλείο πήγαινε κι η Άννα. Όμορφη κοπέλα. Ψηλή. Μελαχρινή. Στην αρχή, του κυρ-Θανάση του καλάρεσε το μπλέξιμο του γιου του με την Άννα. Την είχε φέρει, ένα καλοκαίρι, στη Θεσσαλονίκη. Μείνανε στο σπίτι για μερικές ημέρες. Κι έπειτα, πήγαν στη Χαλκιδική, για διακοπές. Στις Καβουρότρυπες.
Ο κυρ-Θανάσης, τόσα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, δεν είχε ματακούσει για τις Καβουρότρυπες. Κάτι στο όνομα δεν του άρεσε. Το καβούρι του έφερνε αναγούλα. Κι αυτό το μυστήριο, που κρύβανε οι τρύπες, στις Καβουρότρυπες, δεν του είχε αρέσει καθόλου. Κι όταν ήρθαν τα μαντάτα από έναν μακρινό ξάδερφο, φοιτητής στο Πολυτεχνείο κι αυτός, τα ΄βαλε με την Πελαγία:
"Δε σου το ΄πα; Ότι μ΄αυτήν την παστρικιά που μας έφερε, θα μας νοικοκυρέψει"...
"Μπα; Τώρα έγινε παστρικιά; Γιατί ως τώρα, ήταν η Αννούλα. Η Αννούλα κι η Αννούλα. Λες και την ξέραμε από χθες".
"Εγώ; Εσύ! Εσύ βάλθηκες να τη βάλεις στο σπίτι! Κι όταν είπα να πω μια κουβέντα στον κανακάρη, που μας φέρνει τις γκόμενες στο σπίτι, όρμησες να με φας"!
"Εγώ; Εγώ να σε φάω; Τι είπα, δηλαδή; Ότι το παιδί μεγάλωσε! Αυτό είπα όλο κι όλο"...
"Αυτό; Μόνον; Και να το παιδί μεγάλωσε, και να πρέπει να το αφήσουμε να κάνει ό,τι θέλει που έγινε άνδρας, και να άσε τον να κάνει αυτό που θέλει που τον κρύβεις στο βρακί σου... Τι άλλο ήθελες να πεις, δηλαδή; Και να τα ρεζιλίκια μας, τώρα"...
Τα ρεζιλίκια του ήταν η "πληροφορία" ότι ο Σπύρος, κάτω στην Αθήνα, είχε μπλέξει με ναρκωτικά. Γι αυτό έτρεξε στον Άγιο Σπυρίδωνα κι έταξε τη λαμπάδα. Κι ώσπου να επιστρέψει ο Σπυρέτος του από τη Χαλκιδική, με την Άννα, είχε πάθει τρία εγκεφαλικά και δύο καρδιακά μαζί.
Κι ο Σπυρέτος επέστρεψε. Μαζί και η Άννα. Κι όσο ήθελε ο κυρ-Θανάσης να τον αρπάξει, να τον ταρακουνήσει, να του πει "τι κάνεις, παιδί μου", τόσο δεν τον άφηνε η Πελαγία "μη γίνει το παιδί ρεζίλι". Και τόσο και οι δύο ρίχνανε το φταίξιμο "στην παστρικιά, που δεν το ΄χει σε τίποτα να τριγυρνάει στις ερημιές με αγόρια". Ώσπου ήρθε εκείνο το βράδυ της Παρασκευής...
Αχ... Σαν σήμερα το θυμόταν εκείνο το βράδυ της Παρασκευής ο κυρ-Θανάσης. Πηγαινοερχότανε, από την πλατεία στο καφενείο κι από το καφενείο στην πλατεία. Όρεξη να επιστρέψει στο σπίτι, δεν είχε, για να μην τη δει "και του γυρίσουν τα μυαλά ανάποδα". Και προτιμούσε να τον τρώνε οι δρόμοι.
Και τότε την είδε. Ερχόταν από απέναντι, ίσα πάνω του. Λες και τον έψαχνε. Μόνον που δεν ήταν ψηλή κι αγέρωχη. Κοντή του φάνηκε. Σκυφτή. Κλαμμένη; Ανήσυχη; Κι εκεί που ήθελε να φύγει μακριά της, βρέθηκε να περπατά προς το μέρος της.
Με το που φθάσανε σε ένα μέτρο απόσταση, εκεί που πήγε να τη ρωτήσει "τι έγινε", η Άννα, η άγνωστη αυτή Άννα που είχε παρασύρει σε κάθε ακολασία τον Σπυρέτο του, έπεσε στην αγκαλιά του. Κι έκλαιγε...
"Αχ κυρ-Θανάση μου, αχ, τι θα κάνουμε"...
"Τι να κάνουμε παιδί μου; Τι εννοείς";
Κι εκεί, δίπλα στην εκκλησία, μέσα στο πάρκο, στο παγκάκι απέναντι από το στερεμένο συντριβάνι, η Άννα του τα είπε όλα. Πώς ο Κώστας, ένας κοινός φίλος, έδωσε στο Θανάση ένα τσιγάρο. Πως ο ίδιος φίλος, τον έβαζε να μυρίζουν παρέα βενζίνες και κόλες, για να ζαλιστούν. Πώς είχε φέρει κάτι χαρτάκια, μοβ, που τα έγλειφαν κι ύστερα μιλούσαν για δρόμους που ανοίγονταν μπροστά τους, δρόμους ανύπαρκτους, που ήθελαν κι οι δύο να διαβούν. Και πώς ήρθαν στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική, για να γλιτώσει ο Σπύρος. Και πώς τους βρήκε στις Καβουρότρυπες ο Κώστας κι άρχισε το ίδιο μαγκανοπήγαδο.
Έμεινε στήλη άλατος ο κυρ-Θανάσης. Άλλα περίμενε κι άλλα του ήρθαν. Κι έτσι βρέθηκε στον Άγιο, να ανάβει κερί και να ζητάει συμβουλές και λύτρωση. Κι η αλήθεια είναι ότι ο Άγιος και συμβουλές έδωσε και τη λύτρωση έφερε.
"Α, όλα κι όλα! Μεγάλη η χάρη του"!
Και δώστου έκανε το σταυρό του ο κυρ-Θανάσης. Γιατί τη λύση τη βρήκε: Πρώτα έπιασε λυτούς και δεμένους κι έκαναν μετεγγραφή και ο Σπύρος και η Άννα στη Θεσσαλονίκη. Στο Πολυτεχνείο του Αριστοτέλειου, να τους έχει κοντά τους. Τα παιδιά του. Έπειτα πήρε το Σπυρέτο του και τον έπεισε να πάει να μπει στην Ιθάκη, στη Σίνδο. Δύο χρόνια πάλευε με τους εφιάλτες του ο Σπυράκος του. Αλλά τα κατάφερε. Και βγήκε γερός.
Κι εκείνος, πήγε και βρήκε τον Κώστα. Ήταν αποφασισμένος να τον παραδώσει στην αστυνομία. Όμως, όταν τον βρήκε ιδρωμένο και αδύνατο, σε ένα ημιυπόγειο στην Άνω Ηλιούπολη στην Αθήνα, σε έναν δρόμο τόσο κατηφορικό όσο και ο Όλυμπος, δεν άντεξε η καρδιά του. Και δεν πήγε, τελικά, στην αστυνομία. Μόνο πήγε και βρήκε τους γονείς του Κώστα, στο Βούναργο της Ολυμπίας, όπου ζούσανε ταΐζοντας γίδες και στέλνοντας ό,τι είχαν και δεν είχαν στην Αθήνα, να σπουδάσει ο γιος τους, ο μονάκριβος. Μόνον που οι γίδες γίνονταν φιξάκια από τον άρρωστο Κώστα.
"Καλά έκανες|!
Η επιβράβευση ήρθε από το Δημητρό, όταν δυο χρόνια μετά την περιπέτεια, τη μέρα που ο Σπυρέτος του έπαιρνε το πτυχίο του, οι δυο φίλοι τα λέγανε στο προαύλιο της Πολυτεχνικής, κάτω από τις Σαράντα Εκκλησιές. Και καμάρωνε ο κυρ-Θανάσης, που έκανε το σωστό. Και καμάρωνε δυο φορές, δίπλα στη φουσκωμένη Άννα.
Γιατί δεν κέρδισε μόνον, ξανά, το γιο. Κέρδισε και μια κόρη.

Συνεχίζεται...

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

Μέρος 6ο

Η Μόρφω έψαχνε, με το βλέμμα της, τον κυρ-Θανάση. Έγερνε, πότε δεξιά και πότε αριστερά, προσπαθώντας να δει στο εσωτερικό του διαμερίσματος.
«Τον ευλογημένο… Πού πήγε και χώθηκε»…
Θα τον φώναζε, αλλά ντρεπόταν και λίγο. Να καταλάβει ότι, τόση ώρα, είχε στημένο αυτί; Δε φτάνει που κουτσομπόλα την ανέβαζε, γλωσσοκοπάνα την κατέβαζε;
Την πρώτη φορά, που την είχε αποκαλέσει κουτσομπόλα, κόντεψαν να σκοτωθούν με το Δημητρό. Τα φιλαράκια τα καλά, θα πιάνονταν στα χέρια, για τις κυράδες τους. Της έφυγε ένα γελάκι της Μόρφως. Έκλεισε τα μάτια. Ήταν σα χθες…
Σα χθες, που ο κυρ-Θανάσης επέστρεψε, από την εκκλησία. Κυριακή μεσημέρι. Ήταν τακτικός, μια εποχή, ο Θανάσης. Κάθε Κυριακή πρωί, σκαρφάλωνε την ανηφόρα κι έφθανε στον Αι-Σπυρίδωνα. Άναβε το κεράκι του και καθόταν στο τρίτο στασίδι, όπως έμπαινες δεξιά, μετά το νάρθηκα. Κι ύστερα, με το δι ευχών, ροβόλαγε τον κατήφορο. Η Πελαγία του τον περίμενε στην πόρτα, με το παιδί ντυμένο «με τα καλά του» και τα ασπρόμαυρα λουστρίνια. Κι εκείνη, με το μαντό της, το σκουροπράσινο, που τόσο πήγαινε με τα μάτια της. Και τη μαύρη τσάντα στα χέρια. Ήταν η μέρα που πήγαιναν «στους συγγενείς». Πότε στον έναν και πότε στον άλλον.
Εκείνη τη μέρα, όμως, είχαν δύσκολο καθήκον. Η Μαιρούλα, το Μαιράκι τους, η κόρη του αδελφού του, θα έφευγε ταξίδι. Ταξίδι δύσκολο. Στην Ελβετία. Σε κολέγιο. Έτσι είχαν πει. Έτσι έλεγαν τότε. Όταν ήθελαν «να κρύψουν τις πομπές τους».
Αθώα ήταν η Μαιρούλα. Αθώα κι άβγαλτη. Ο θείος Γιάννης πατέρας αυστηρός, δεν την άφηνε, καλά – καλά, ούτε από το σπίτι να ξεπορτίσει. Στα Αγγλικά πήγαινε; Από πίσω η μάνα της. Στο σχολείο; Όλο κι έκοβε βόλτες από έξω ο θείος Γιάννης. Κι όταν ήθελε κι αυτή να πάει καμία βόλτα, σαν κορίτσι, έπρεπε ο θείος Γιάννης να εγκρίνει τις παρέες της. Κι εκείνος να πει το ναι, ή το όχι. Κι εκείνος να αποφασίσει για το… συνοδό. Που, συνήθως, ήταν κάποιος ξάδελφος.
Έτσι έγινε και τότε. Αλλά ο έρωτας, η αγάπη, δε μαντρώνονται. Κι η Μαιρούλα ερωτεύτηκε. Έναν νέο ψηλό κι όμορφο. Φίλο του ξαδέλφου. Παιδί γνωστό, από καλή οικογένεια, οικογένεια φίλων και φίλτατων. Έβγαιναν τέσσερις. Η Μαιρούλα, ο φίλος, ο ξάδελφος και η αδελφή του φίλου. Κι ο θείος Γιάννης ήταν ήσυχος, γιατί ήξερε, κατά πως νόμιζε, πού βρισκόταν το κορίτσι του. Κι η Μαιρούλα, ήταν ήσυχη, που ήταν ήσυχος ο πατέρας της και που ζούσε τον έρωτά της.
Ο φίλος, όμως, ο ψηλός κι όμορφος, ήθελε «να ολοκληρώσουν». Την πρώτη φορά που το άκουσε η Μαιρούλα, ήταν κάθετη:
«Όχι! Πρέπει να ντρέπεσαι! Τι πράγματα είναι αυτά»;
«Συγνώμη ρε Μαίρη. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Αλλά νόμιζα ότι μ’ αγαπάς».
«Σ’ αγαπώ, αλλά θα με σκοτώσει ο πατέρας μου».
«Ο πατέρας σου; Και πώς θα το μάθει; Μήπως θα βγάλουμε τελάλη»;
«Κι αν το μάθει»;
«Πώς να το μάθει ρε χαζή. Έλα… Ξέρεις τι ωραία που είναι; Ή το κρατάς για τον σύζυγο»;
«Ε, όχι.. Δηλαδή… Εγώ, ρε συ; Ο πατέρας μου»…
«Στο ξαναλέω: Δε θα μάθει το παραμικρό»!
«Κι ο ξάδελφος»;
«Ο ξάδελφος… Όταν πηγαίνουμε στην καφετέρια, στο Σέιχ Σου και χάνεται στα δενδράκια με την αδελφή μου, τι νομίζεις ότι κάνουν»;
«Κι εσύ; Δε λες τίποτα εσύ; Αδελφή σου είναι»…
«Αδελφή μου είναι ρε Μαίρη, αλλά δεν τη σκοτώνει κι όλας… Ίσα-ίσα… Νομίζω ότι της αρέσει»…
Κι εκεί έβαλαν τα γέλια. Κι έπεσαν τα τείχη, άνοιξαν οι κερκόπορτες κι εισέβαλε ο μόρτης.
Μόνον που τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα υπολόγιζαν.
«Τραβήχτηκες»;
«Τραβήχτηκα ρε Μαίρη. Για χαζό με έχεις»;
Για χαζό, όχι. Για ανεύθυνο, όμως, τον είχε η Μαιρούλα. Κι όταν πέρασε πάνω από ένας μήνας κι ήταν απόλυτα υγιής, τη ζώσανε τα μαύρα φίδια. Να το πει στη μάνα της, ούτε κουβέντα. Κι έτσι κι εκείνη, το είπε στην Πελαγία.
Έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια της, η Πελαγία. Δε ζούσανε και στο ’50, που ήταν έγκλημα τεράστιο να χάσει μια κοπέλα την παρθενιά της, αλλά ένα μπάσταρδο στην οικογένεια, ήταν πρόβλημα τεράστιο. Γιατί ο νέος, ο ωραίος και ψηλός, εξαφανίστηκε μόλις του είπε η Μαίρη πως είχε καθυστέρηση. Σεπτέμβριος ήτανε, ανοίγανε τα σχολεία και τα πανεπιστήμια κι ο φίλος είχε περάσει στην Αθήνα, στην Πάντειο. Κάτι περίεργα της μουρμούρισε «να πάρω το πτυχίο μου», «μα καλά, εσύ δεν πρόσεχες» και κάτι τέτοια. Κι έπειτα, εξαφανίστηκε.

Άδικα τον έπαιρνε στο τηλέφωνο η Μαίρη. Μόνον η αδελφή του απαντούσε, που ήξερε την υπόθεση και ντρεπότανε. Δεν ήξερε τι να της πει.
«Θέλεις να ΄ρθεις, να συναντήσεις τον πατέρα μου»;
Αλλά η Μαίρη ήταν πολύ περήφανη:
«Δε χρειάζεται. Πες του χαιρετίσματα και θα τον βρω, εγώ, το δρόμο μου».
Και τον βρήκε. Μάζεψε όσο θάρρος είχε και κατέφυγε στην Πελαγία. Που, μετά την πρώτη σαστιμάρα, κατέστρωσε σχέδιο μεγαλοφυές: Έβαλε τη Μαίρη να… αρρωστήσει. Και, μπροστά στην υγεία της κόρης του, ο Γιάννης συναίνεσε. Και, όταν του πρότεινε να στείλει τη Μαιρούλα στην Αθήνα, στην αδελφή τους, για να διορθωθεί η κατάσταση σ έναν γνωστό τους γιατρό, είπε το «ναι» αμέσως.
Εκείνη τη μέρα, που τους είδε και τους τρεις η Μόρφω, ήταν που πήγαιναν στο Γιάννη, «να τα συζητήσουν».
Τα νέα, όμως, είχαν κυκλοφορήσει. Η γειτονιά, το ΄χε τούμπανο κι η Πελαγία κρυφό καμάρι. Κι είχαν κυκλοφορήσει από τη Μόρφω, φυσικά, που είχε στήσει αυτί και είχε ακούσει όλη την εξομολόγηση της Μαιρούλας. Κι έπειτα, πήρε τους δρόμους, να μεταδώσει το νέο με ταχύτητα ασύρματου.
Είδε τους τρεις και βγήκε να τους χαιρετήσει:
«Βόλτα κυρ Θανάση; Βόλτα, οικογενειακώς»;
«Βόλτα κυρία Μόρφω μου. Βόλτα. Και μπες μέσα και μη ρωτήσεις τίποτα άλλο μωρή κουτσομπόλα, γιατί σου ΄χω πολλά μαζεμένα. Που θα πιάσεις εσύ την ανιψιά μου στο στόμα σου»!
Έβαλε τα κλάματα η Μόρφω κι έτρεξε μέσα στο σπίτι. Βρήκε το Δημητρό της και είπε το παράπονό της. Κι ο Δημητρός περίμενε τον Θανάση, το φίλο του, να γυρίσει από την επίσκεψη, συν γυναιξί και τέκνοις, «να τα πούνε ένα χεράκι».
Κι όταν γύρισε ο Θανάσης, στήθηκε ο καβγάς.
«Είσαι πολύ μικρός, ρε ,για να πεις τη γυναίκα μου κουτσομπόλα».
«Εγώ, ρε, είμαι μικρός, ή αυτή που στήνει το αυτί της, σα ραντάρ κι ό,τι πιάσει το λέει δεξιά κι αριστερά, σαν το Ρόιτερ»;
«Θανάση, μην το συνεχίζεις, θα σκοτωθούμε»!
«Βρομίσανε τα αίματα, ρε Δημητρό! Πάρε έναν κουβά και μια μάπα, ε, μάπα, να τα μαζέψεις».
«Ποιον είπες μάπα, ρε»;
«Εσένα, ρε. Που σε έχει βάλει στο βρακί της και σε κάνει ό,τι θέλει».
«Εμένα έβαλε στο βρακί της; Εσένα, δηλαδή, πού σε έχει; Α, ξέχασα. Εσένα σου ΄χει βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι»!
«Εμένα, ρε; Εγώ σούζα την έχω. Σήκω-σήκω και κάτσε-κάτσε»!
«Γιατί; Μήπως εμένα τολμάει να μου πει κουβέντα; Ό,τι θέλω την κάνω».
«Σιγά ρε άντρα! Αυτό το μαλακό που πατάω, η πούτσα σου είναι»;
«Δηλαδή δε με πιστεύεις; Ή, μήπως εσύ είσαι καλύτερος»;
«Είμαι και φαίνομαι»!
«Αν είσαι, πες τώρα την κυρα-Πελαγία, να φέρει ένα τάβλι και δυο ούζα με μεζέ»!
«Τώρα θα δεις»!
Αλλά με το που τόλμησε ο Θανάσης να ζητήσει από την Πελαγία… ούζο και μεζέ, δέχτηκε το τάβλι. Στο κεφάλι. Κι έβαλε τα γέλια ο Δημητρός.
«Έλα ρε άντρα βαρβάτε! Μην την καταπιέζεις, τόσο, τη γυναικούλα, γιατί θα σου πετάξει και τίποτα πιο βαρύ».
«Εγώ, ρε, τόλμησα. Εσύ τολμάς»;
«Εγώ; Τώρα θα δεις»!
Και είδε κι ο Θανάσης. Ο Δημητρός δεν πρόλαβε να δει, από πού του ΄ρθε. Έβγαλε την παντόφλα της η Μόρφω και του την πέταξε με τέτοια δύναμη λες κι ήταν ο Λουκάς Λουκά! Και βρέθηκαν στη μέση, οι δυο φίλοι, να ακούν τα χίλια μύρια, από την Πελαγία και τη Μόρφω. Και γελούσε η γειτονιά. Και γελούσε και η Μόρφω, που τα θυμήθηκε.
«Σε καλό μου»…

Συνεχίζεται…

Σάββατο 14 Ιουλίου 2007

Μέρος 5ο


Δεν είχε όρεξη για καφέ, πια. Εκείνος περίμενε πώς και πώς να ΄ρθει η Κυριακή, για να δει τα εγγόνια του. Να δει το παλικάρι του και τη νύφη του. Κι εκείνος, τον πήρε τηλέφωνο να του πει ότι είχαν μια οικογενειακή υποχρέωση.
«Οικογενειακή υποχρέωση… Εγώ, δηλαδή, δεν είμαι της οικογένειας»;
Μουρμούριζε. Δεν είχε όρεξη ούτε να μονολογήσει δυνατά. Αλλά έπρεπε να το περιμένει.
Χρόνια τώρα, γινόταν η ίδια ιστορία. Περίμενε το γιο του κι αυτός, δεν ερχόταν. Γιατί άραγε; Δεν είχε καταφέρει να δώσει ποτέ μια ικανοποιητική εξήγηση. Δεν ήταν, άραγε, καλός γονιός;
Δέκα χρονών ήταν το παλικάρι του, ο Σπύρος του, όταν είχαν την πρώτη σημαντική τους διαφωνία. Μανιακός με τα μικιμάο, όπως τα ΄λεγε ο κυρ-Θανάσης, ήταν ο μικρός. Κάθε βδομάδα, στηνόταν στο περίπτερο κι έψαχνε, τις στοίβες με τα περιοδικά. Τραβούσε με λαχτάρα το μικρό περιοδικό, πλήρωνε «με το χαρτζιλίκι του» κι έτρεχε, σφαίρα, στο σπίτι, να ξαπλώσει στο ντιβάνι που είχαν στην αυλή, δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, να διαβάσει με την ησυχία του.
Βυθιζόταν με τις ώρες στο μικιμάο. Τον συνέπαιρναν οι ιστορίες κι αυτό ήταν που δεν καταλάβαινε ο κυρ-Θανάσης. Τι έβρισκε ο πιτσιρίκος στα περιοδικά με τις εικονίτσες, τα φωτορομάντσα, όπως τα έλεγε η μακαρίτισσα.
«Δεν είναι φωτορομάντσα πατέρα. Είναι μικιμάους. Ιστορίες για παιδιά»!
«Να τα αφήσεις αυτά! Αυτά δε θα σου δώσουνε ψωμί να φας! Τα βιβλία σου και τα μαθήματά σου θα σε κάνουνε άνθρωπο»!
Καβγάδιζαν συχνά – πυκνά, για τα περιοδικά. Ο μικρός, με τα χρόνια, είχε μαζέψει εκατοντάδες μικιμάο. Τα στοίβαζε σε χάρτινες κούτες «Νουνού», τύλιγε τις κούτες με διαφανές πλαστικό και τις στοίβαζε στην αποθήκη.
Ώσπου, μια μέρα –στο γυμνάσιο πήγαινε, πια- οι βαθμοί του δεν ήταν αυτοί που θα ικανοποιούσαν τον κυρ-Θανάση. Κι άρπαξε ο πατέρας «τη ζωστήρα» και κυνηγούσε τον Σπυράκο γύρω-γύρω από την τραπεζαρία. Αλλά… πού να τον πιάσει. Σβέλτος ο μικρός, όλο του ξέφευγε και τα χτυπήματα του κυρ-Θανάση (που ήταν και η πρώτη φορά που το επιχειρούσε να χτυπήσει τον μικρό) φεύγανε στον αέρα.
«Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω»!
Με το που άκουσε την αδιόρατη απειλή ο Σπύρος, πάγωσε. Στήλη άλατος έμεινε στη θέση του, σα τη γυναίκα του Λοτ. Και περίμενε. Προσπαθούσε να καταλάβει, από τους ήχους, τη συμφορά που ερχόταν. Όταν άκουσε το τρίξιμο της πόρτας της αποθήκης, κατάλαβε:
«Όχι! Μάνα! Τρέχα, μάνα! Όχι πατέρα, σε παρακαλώ! Μην το κάνεις αυτό»!
Άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα από τα μάτια του Σπύρου. Κάνουλες, βρύσες, ανοίξαν και δεν κλείνανε. Κι έτρεχε, αλλόφρων, η Πελαγία, με τα χέρια υγρά (γιατί εκείνη την ώρα έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα) να σταματήσει τη συμφορά.
Ο κυρ-Θανάσης, όμως, ήταν αποφασισμένος. Είχε αρπάξει την πρώτη κούτα με τα περιοδικά, είχε σχίσει με το μαχαίρι της κουζίνας το πλαστικό και την είχε ανοίξει. Άρπαξε από μέσα μια χούφτα μικιμάο και, ένα-ένα, τα έσχιζε στη μέση. Κι έπειτα, στα τέσσερα…
«Όχι πατέρα! Σε παρακαλώ πατέρα! Θα πάω καλύτερα… Θα διαβάζω περισσότερο. Θα τα μαζεύω όλη τη χρονιά να τα διαβάζω το καλοκαίρι… Σε παρακαλώ»…
Ο κυρ-Θανάσης δεν άκουγε τα παρακάλια του μικρού. Που έκλαιγε, πλέον, με λυγμούς. Η καρδιά του είχε σχιστεί σε τέσσερα, οκτώ, δεκάξι, τριανταδύο, εξηντατέσσερα, εκατόνεικοσιοκτώ μέρη, όσα και τα κομμάτια των περιοδικών του. Κι όσο έβλεπε τον πατέρα του να σχίζει, τόσο το κλάμα του γινόταν λυγμός, κραυγή. Του κόπηκε η ανάσα σε κάποια στιγμή.
«Θε μου, το παιδί»!
Ούρλιαξε η Πελαγία, καθώς είδε το Σπύρο να μελανιάζει και να πέφτει στο πάτωμα της αποθήκης. Πάγωσε –ήταν η σειρά του- ο Θανάσης. Έμεινε με το σχισμένο περιοδικό στο χέρι, να πατά πάνω σε ένα βουναλάκι χρωματιστά χαρτιά, δίπλα στην κούτα που έχασκε. Κοιτούσε, σα χαμένος, πότε τα χέρια του και πότε τον Σπύρο του. Η φωνή της Πελαγίας τον έφερε –ξανά- στην πραγματικότητα.
«Έλα να με βοηθήσεις κι άσε τα περιοδικά»!
Έτρεξε κι άνοιξε την πόρτα κι η Πελαγία, με τον Σπύρο αγκαλιά -ολόκληρο παλικάρι και τον είχε σηκώσει σα μωρό- ξεχύθηκε στην αυλή και χώθηκε στο σπίτι. Έβαλε τον Σπύρο στο κρεβάτι κι έστειλε το Θανάση να φωνάξει την Μυρσίνη.
«Πες της να φέρει και το πιεσόμετρο, να πάρουμε την πίεση του παιδιού»!
Κι έφυγε ο Θανάσης, μέσα στη νύχτα.
Άνοιξε, τότε, τα μάτια του ο Σπύρος. Ίσα-ίσα που έβγαινε η φωνή του.
«Τον μισώ, μάνα! Τον μισώ»!
«Σώπα παιδάκι μου. Ο πατέρας σου είναι! Δεν κάνει να λες τέτοια πράγματα για τον πατέρα σου»…
Κι έκλαιγε η Πελαγία. Έκλαιγε, γιατί ο Σπύρος, πρώτη φορά τη φώναζε μάνα. Γιατί ο Σπύρος, δεν ήταν δικός της γιος. Ήταν γιος του Θανάση, από τον πρώτο γάμο του. Αλλά τον αγαπούσε τον Σπύρο, σα δικό της παιδί. Κι έπρεπε να ΄ρθει μια καταστροφή, για να τον ακούσει να τη φωνάζει μάνα. Που τόσο το λαχτάραγε…
Κι έκλαιγε κι ο κυρ-Θανάσης. Μόνος πια, στο σαλόνι του διαμερίσματός του. Έκλαιγε που ο Σπύρος, ακόμα του το κράταγε, κατά πως φαίνεται και δε θα ΄ρχόταν να τον δει, με το εγγόνι και τη νύφη του.
«Γιατί παιδί μου»…;
Σήκωσε το κεφάλι ψηλά. Έψαξε το εικονοστάσι. Εκείνο που άφηνε με σβηστό το καντήλι, από τότε που πέθανε η Πελαγία. Είχε αγοράσει και φυτιλάκια και καρβουνάκια, αλλά ούτε θυμιάτισε ποτέ, ούτε άναψε το καντήλι. Εκεί, όμως, προσέτρεχε, για βοήθεια, από τότε που είχε μείνει μόνος.
«Γιατί Θεέ μου»…;
Από το νου του περνούσαν πολλά. Πέρασε και ο άλλος μεγάλος καβγάς που είχαν, όταν ο Σπύρος του έμαθε πως θα έδιναν το σπίτι αντιπαροχή.
«Αντιπαροχή; Γιατί ρε πατέρα; Γιατί να χάσουμε το σπιτάκι μας»;
«Ποιος θα το χάσει ρε λωλέ; Θα πάρουμε μια διαμερισματάρα άλλο πράμα»!
Αλλά ο Σπύρος, ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. Ο κυρ-Θανάσης σκεφτόταν ότι ο γιος του μεγάλωνε. Σε δυο χρόνια θα έβγαζε το λύκειο. Μετά θα τελείωνε το πανεπιστήμιο, θα ΄κανε το στρατιωτικό του, σε έξι, το πολύ, χρόνια, θα παντρευόταν. Πού θα έμεναν με τη γυναίκα του; Στην «καλύβα του καραγκιόζη», όπως αποκαλούσε τη μονοκατοικία με την κληματαριά, τους ασβεστωμένους τοίχους και τις πράσινες πόρτες και παραθυρόφυλλα; Όχι! Χίλιες φορές όχι! Ο γιος του, ο δικός του ο γιος, θα έμενε σε διαμέρισμα. Με το δωμάτιό του και το μπαλκόνι του! Την αντίδραση του Σπύρου, όμως, δεν την περίμενε.
Τρεις μέρες και δυο νύχτες τον ψάχνανε το Σπύρο. Εξαφανίστηκε όταν έφθασε, ασθμαίνουσα, η φαγάνα να ρίξει κάτω την «καλύβα του καραγκιόζη». Όση ώρα πέφτανε κάτω οι τοίχοι, μέσα σε σκόνη, μυρωδιά ντίζελ και θορύβους από τα τούβλα που έσπαγαν, όλοι ήταν εκεί. Η Πελαγία, με δάκρυα στα μάτια, ο Θανάσης, σκεπτικός, ο Δημητρός, να του χτυπάει απαλά τον ώμο, λες και είχε χάσει άνθρωπο κι όχι ότι έδινε αντιπαροχή, με τη θέλησή του, το παλιόσπιτο. Ακόμη και η Μόρφω ήταν εκεί, ακίνητη, με το χέρι στο στόμα, λες κι έβλεπε το Χριστινάκι γυμνό κι από πάνω του τον Δημητρό της, να ξεφυσά και να κοκκινίζει. Ίδια έκφραση είχε. Λες κι έβλεπε θέαμα αποτρόπαιο. Απαράδεκτο. Μιαρό.
Μόνον ο Σπύρος δεν ήταν εκεί. Το ΄χε βάλει στα πόδια. Είχε εξαφανιστεί. Κι ύστερα από ώρες, όταν ο Θανάσης αποφάσισε να πάρει τις γειτονιές να τον ψάξει να τον βρει, εμφανίστηκε ο αδελφός της πρώτης γυναίκας του, ο Γιάννης, να του πει πως ο Σπύρος είχε βρει καταφύγιο στο δικό του το σπίτι, στην άλλη άκρη της πόλης, στον Εύοσμο.
«Άσ’ το το παιδί. Είναι ταραγμένο»…
Κι ο Θανάσης τον άφησε. Κι επέστρεψε ο Σπύρος μετά από τρεις ημέρες. Και φουρκισμένος ο κυρ-Θανάσης, δεν είχε πει κουβέντα σε κανέναν για το καταφύγιο του Σπύρου. Μόνον στην Πελαγία είπε:
«Μια χαρά είναι το παιδί. Να μην το ψάχνεις. Θα ΄ρθει, όποτε εκείνο κρίνει ότι πρέπει. Άσε τους χαζούς της γειτονιάς να τον ψάχνουνε».
Και τον έψαχναν. Και δεν τον βρήκαν. Γιατί ο Σπύρος, από παιδί, εμφανιζόταν όποτε ήθελε. Κι όποτε δεν ήθελε, ήταν χαμένος.
Έτσι χαμένος ήταν εδώ και χρόνια, από το πατρικό. Αυτό σκέφτηκε ο κυρ-Θανάσης και τον πήραν, πάλι, τα ζουμιά.

Συνεχίζεται...