Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Best Picture

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Μέρος 14ο


Κούνησε, με τρεις κυκλικές κινήσεις, το φλιτζάνι του καφέ. Ανακάτεψε το κατακάθι με την τελευταία γουλιά. Το ρούφηξε, με θόρυβο. Κι έβγαλε έναν αναστεναγμό ηδονής. Ο καφές, άλλωστε, ήταν η τελευταία ηδονή που της είχε απομείνει…
Η Μόρφω κοίταξε απέναντι, στο μπαλκόνι. Ο Θανάσης πήγαινε πέρα-δώθε στο διαμέρισμα. Σα κάτι να έψαχνε. Έσφιξε τα μάτια, μήπως κι έβλεπε καλύτερα, αλλά πού… Είχε χάσει εδώ και χρόνια αυτήν την ικανότητα.
Κοίταξε τον ντελβέ και γύρισε, δεξιά-αριστερά, το φλυτζάνι. Έχυσε όσο κατακάθι μπορούσε στο πιατάκι κι αφού το γύρισε, το ακούμπησε σε μια χαρτοπετσέτα, στο τραπέζι, δίπλα της. Μονολόγησε:
«Για να μην μείνει στεναχώρια»…

Σαν τη στεναχώρια, όμως, που είχε ζήσει ο Θανάσης, όταν έμαθε τα καθέκαστα από την Πελαγία, δεν είχε ματαδεί… Σα σήμερα το θυμότανε…
«Και γιατί δε μου είπες τίποτα»;
Ο Θανάσης καθόταν, με το παιδί στην αγκαλιά, στο ντιβάνι της κουζίνας. Λες και δεν ήθελε να αφήσει αυτό το αιφνιδίως αφιχθέν εγγόνι, μήπως και του το ΄παιρναν πάλι πίσω…
Η Πελαγία, με βρεγμένα τα μαλλιά, ήταν ξαπλωμένη, εκεί που την είχαν απιθώσει οι γείτονες. Κι η Μόρφω πηγαινοερχόταν στην κουζίνα, λες και με την κίνησή της θα τελείωναν οι δουλειές του σπιτιού, που η ξαφνιασμένη νοικοκυρά είχε παρατήσει στη μέση, λόγω της λιποθυμίας της.

Η αλήθεια, βέβαια, ήταν ότι η Μόρφω δεν είχε καμία δουλειά εκεί. Προφασιζόταν, όμως, ολοένα κι από κάτι κι έμενε, τόσο για να συμπαρασταθεί στην –όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα- φιλενάδα της, αλλά και για να ακούσει και να μάθει. Γιατί το κουσούρι της δεν την εγκατέλειπε ποτέ. Κι αν είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό από το ταξίδι της Πελαγίας στο Παρίσι ως τώρα, ήταν που φοβόταν τις αντιδράσεις του Θανάση, αλλά και του Δημητρού της, που σ αυτά ήταν κάθετος.
«
Τι να σου πω, Χριστιανέ μου; Ότι πήγα στο Παρίσι; Ότι βρήκα το γιο μας σε μια τρώγλη; Ότι ήταν παντρεμένος; Ότι εκείνη περίμενε παιδί; Ότι η γυναίκα τον παράτησε κι έφυγε, απαγορεύοντάς του να δει το παιδί του; Τι από όλα αυτά να σου έλεγα και να μη σου ερχότανε ταμπλάς…»
«Τα πάντα… Όπως βλέπεις, μια χαρά είμαι εγώ. Σε άλλους ήρθε ο ταμπλάς και βρεθήκανε τα ανάσκελα»! «Και πώς να μείνω στα πόδια μου, δηλαδή; Βρεθήκαμε με εγγόνι! Λίγο το ΄χεις»;
«Μωρέ, δεν το ΄χω λίγο… Σίγουρα δεν είναι λίγο. Αλλά με τις λιποθυμίες δε βγαίνει τίποτα. Άντε, να συνέλθεις λίγο-λίγο, να σηκωθείς στα πόδια σου, γιατί αυτό το καημένο θα πεινάει. Και σα να μου βρομάει και λίγο… Λες να τα ΄κανε»;

«Δηλαδή, τι σκοπεύεις να κάνουμε με το παιδί»…

«Τι να κάνουμε, γυναίκα; Με το εγγόνι μας; Τι να κάνουμε, δηλαδή; Του παιδιού μου το παιδί, είναι δυο φορές παιδί μου…»
«Και με το Σπυρέτο; Με την Αννούλα»;
Σιώπησε, για λίγο, ο Θανάσης. Τα μάτια του, έβγαζαν σπίθες. Έσφιξε το στόμα και, είπε αποφασιστικά:
«Με την Αννούλα, τίποτα. Αθώα του αίματος… Τράβηξε τόσα και τόσα. Θα της το φέρουμε με τρόπο. Με τον άλλον, όμως, κουβέντες δε θέλω να έχω! Ή, μάλλον, όχι… Πάρε τον τηλέφωνο! Εσύ! Πες του, ότι θέλω να τον δω. Να σύρει να ΄ρθει μόνος του! Και θα δεις, τι έχω να του πω»!

«Θανάση, δε φταίει αυτός…»

«Δε φταίει! Δε φταίει! Αμ ποιος φταίει; Μήπως το κζάνι; Το αγγελούδι; Δεν είσαι καλά γυναίκα, μου φαίνεται…»

«Δεν είχε άλλη επιλογή»…

«Ακριβώς… Όπως το είπες. Επιλογή! Άρα, εδιάλεξε να μην πει τίποτα. Ούτε στην αρχή, ούτε στο τέλος. Γιατί»;
«Για να μη σε στεναχωρήσει, Θανάση…»

«Και τι είναι, ρε γυναίκα το παιδί; Καμιά κουτσουλιά, να τη σκουπίσουμε, να μείνει κρυφή; Παιδί είναι! Κι αν δε μας το ΄φερνε η Γαλλίδα, θα το ΄χαμε, για πάντα, στην καμπούρα μας… Κρίμα μεγάλο…»

Ο Θανάσης δεν έπαιρνε από λόγια. Κι εδώ που τα λέμε, δεν είχε άδικο. Ο Σπύρος ήθελε να κρύψει ένα ολόκληρο παιδί, από τον ίδιο του τον εαυτό, την Αννούλα, τον πατέρα του… Κρύβεται ένα παιδί;

Εκείνο το σούρουπο, την ώρα που η Πελαγία νανούριζε τον μπέμπη, στην αυλή, ο Θανάσης κι ο Δημητρός, κάθονταν αμίλητοι. Είχαν πάνω από μία ώρα, που βλέπανε τα ποτήρια τους, με τη μπίρα Φιξ, να ξεθυμαίνει. Κι ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος έκανε την κίνηση να πιει μια γουλιά. Κι ούτε να μιλήσει. Λες και βρίσκονταν στην εκκλησία και δεν ήθελαν να ταράξουν την ηρεμία των πιστών και τα λόγια του παπά… Αλλά, τελικά, ο Δημητρός δεν άντεξε:

«Μπας και βιάζεσαι»;

«Μμμμ»;

«Μπας και βιάζεσαι, λέω»;
«Να βιάζομαι; Για ποιο πράγμα»;

«Για όσα θες να πεις στο Σπύρο»…

«Αμ δε βιάζομαι… Άργησα κι όλας… Έπρεπε να τα είχα πει –και να τα είχα κάνει- χρόνια τώρα. Όταν τον κακομάθαινα»…

«Θανάση, με συγχωρείς, αλλά είσαι άδικος…»

«Άδικος εγώ; Γιατί παρακαλώ»;

«Ξέχασες πως σου στάθηκε ο πιτσιρικάς όταν ερχόταν το σόι και φώναζε για την Πελαγία; Ξέχασες που, για να σπουδάζει, μάζευε τις δεκάρες μία μία, για να μη σου γίνει βάρος; Τι έγιναν όλα αυτά»;

«Αυτό λέω κι εγώ Θανάση… Πού είναι ο γιος μου; Πού είναι το παλικάρι που περιγράφεις; Γιατί έγινε ένας ευθυνόφοβος; Ένας χαμένος»;

«Θα είχε λόγους, ρε συ Θανάση… Δεν μπορεί. Άκουσέ τον, πρώτα. Μην τον αρχίσεις στα λόγια»…
Αλλά ο Θανάσης δεν άκουγε τις συμβουλές. Ούτε ο Δημητρός κατάφερε να τον μαλακώσει, ούτε η Πελαγία. Ούτε και τα μάτια του Σπυρέτου του, όταν, σχεδόν σωριάστηκε στην καρέκλα, με το που είδε τον πατέρα του, αγκαλιά με το γιο του. Γιατί έτσι τον υποδέχτηκε ο Θανάσης. Με τον μικρό αγκαλιά.
Στάθηκε στη μέση του δωματίου, με το που άκουσε τον Σπύρο να ανοίγει την αυλόπορτα, πήρε και το παιδί αγκαλιά και στάθηκε απέναντι στην πόρτα. Με τα πόδια στυλωμένα, λες κι ήθελε να δείξει στον Σπύρο ότι δεν είχε να κάνει άλλο βήμα. Δεν θα τον άφηνε…

«Πατέρα…»

Ο Σπύρος δεν ήξερε τι να πει. Κατάλαβε, με το που είδε το παιδί, τι είχε συμβεί. Και πώς να μην το καταλάβει, δηλαδή… Ένοιωσε τα πόδια του, να κόβονται από τα γόνατα. Έψαξε, με το χέρι, μια καρέκλα, την τράβηξε και σωριάστηκε πάνω της… Έσκυψε μπροστά, κάρφωσε τα μάτια του στο πάτωμα και ένοιωσε να βυθίζεται…

«Σπύρο, σαν παιδί έκανες πολλά λάθη. Τα παιδιά αυτό κάνουν: Λάθη, για να μαθαίνουν. Αλλά τα λάθη τους είναι άδολα. Γίνονται, είτε από κεκτημένη ταχύτητα, είτε επειδή πιστεύουν ότι όλα τα μπορούν κι όλα τα καταφέρνουν. Επειδή δεν τα νοιάζει, που δεν έχουν δεύτερη ευκαιρία. Μια ζωή ολόκληρη απλώνεται μπροστά τους κι είναι φυσικό να πιστεύουν πως θα τους ξανάρθει η ευκαιρία. Θα ξαναπεράσει μπρος τους και θα την πιάσουν από τα μαλλιά. Μα όσο μεγαλώνει κάποιος, τόσο καταλαβαίνει ότι οι ευκαιρίες του τελειώνουν… Γι αυτό προσέχει. Και, πάνω από όλα, προσπαθεί να μην πληγώσει κανέναν. Γιατί οι ευκαιρίες να ζητήσει συγνώμη θα είναι λίγες. Εσύ Σπύρο μου, όμως, πλήγωσες πολύ κόσμο. Την Αννούλα. Την άλλη την κοπέλα, που, ούτε το όνομά της ξέρω… Τη μάνα σου. Εμένα. Τούτο το παιδί. Αλλά, πάνω από όλα, πλήγωσες τον ίδιο σου τον εαυτό».

Ο Σπύρος σήκωσε τα μάτια από το πάτωμα, αφού αυτό, δεν το περίμενε. Κοίταξε τον πατέρα του, βουρκωμένος. Και περίμενε τη συνέχεια. Κι ο Θανάσης, συνέχισε:
«Πλήγωσες τον εαυτό σου, Σπύρο. Δεν ήσουν εκεί, την ώρα που γεννιόταν το παιδί σου. Δεν έζησες την αγωνία. Την προσμονή. Αδιαφόρησες. Μαχαίρωσες την ψυχή σου κι αμφιβάλω αν επέζησε από αυτή τη μαχαιριά. Γιατί, όταν είμαστε απόντες από μια τέτοια στιγμή, εμείς είμαστε που πληγωνόμαστε. Μόνον που αυτή η πληγή δεν πονάει τη στιγμή που γίνεται. Πονάει όσο περνάν τα χρόνια».

«Πατέρα»…

«Όχι Σπύρο. Αυτήν τη λέξη, δεν θα την ξαναπείς. Πατέρα, δε θα με ξαναπείς, παρά μόνον όταν διορθώσεις όσα έκανες. Όλα…»
Και με τα λόγια αυτά, ο Θανάσης γύρισε την πλάτη στο γιο του.

«Πατέρα… Άσε να πάρω το παιδί»…

Με την πλάτη γυρισμένη, του μίλησε:
«Το παιδί θα το πάρεις, όταν αποδείξεις ότι προσπάθησες, έστω, να φτιάξεις όσα χάλασες. Ως τότε, γεροί να είμαστε, θα το φροντίζουμε… Και πατέρα, σου είπα, να μη με ξαναπείς...»

Με σκυμμένο το κεφάλι έφυγε ο Σπύρος. Κι η Μόρφω τον είδε από απέναντι και κατάλαβε πως, πατέρας και γιος, είχαν χωρίσει τις ζωές τους. Και πως δύσκολα θα ξαναπερπατούσαν παρέα. Γιατί είχε χαθεί η εμπιστοσύνη…


Συνεχίζεται…

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Μέρος 13ο


Τότε πίστεψε ότι ήταν η τύχη. Ο Θεός. Ένα θαύμα. Όλα μαζί. Αυτό πίστεψε η Πελαγία, όταν επέστρεψαν στο διαμέρισμα του Σπυρέτου της και δεν βρήκαν κανέναν μέσα. Μόνον ένα σημείωμα, κολλημένο στο ψυγείο, με σελοτέιπ:
«Σπύρο, τον άνδρα μου τον ονειρευόμουν δυνατό. Να ξέρει τι θέλει. Εσύ, είσαι ένα παιδί, που δεν έχεις ξεμπλέξει το κουβαράκι σου. Δεν μπορώ να περιμένω πότε θα αποφασίσεις να το κάνεις.
Νομίζεις ότι με το γάμο έδωσες τη λύση. Αλλά δεν είναι έτσι. Λύση θα δώσεις όταν σταματήσεις να κοιτάζεις από το παράθυρο, χωρίς να μιλάς. Όταν σταματήσεις να εκνευρίζεσαι με το παραμικρό. Όταν τολμήσεις να μου γνωρίσεις τους γονείς σου. Κι όχι όταν λες ψέματα με το που ανοίγουν την πόρτα.
Έτρεξες πίσω από τη μητέρα σου. Δεν έτρεξες ποτέ πίσω από ΄μενα. Εγώ έπεσα πάνω σου και ήσουν πολύ άτολμος για να ζητήσεις να φύγω.
Μη με αναζητήσεις. Ούτε το παιδί.
Ναντίν».
Κι αν, για την Πελαγία, η φυγή της Ναντίν ήταν θαύμα, για το Σπύρο ήταν διέξοδος. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, πλέον, ήταν να γυρίσει στην Αννούλα. Πού να ΄ξερε...
Αυτά σκεφτόταν η Μόρφω. Κι ανακάτευε τον καφέ της, εδώ και ώρα. Θυμήθηκε όταν επέστρεψαν, η Πελαγία κι ο Σπύρος. Θυμήθηκε το ύφος του κυρ-Θανάση, που απέμεινε άγαλμα, να τους κοιτάζει στην πόρτα. Να μην μπορεί να καταλάβει, αν θα ΄πρεπε να αγκαλιάσει το γιο του, που είχε τόσον καιρό να δει, ή να τσακωθεί με την Πελαγία. Με αυτήν τη γυναίκα που πίστευε ότι ήταν αδύναμη, άβουλη, ανίκανη να πάει μόνη της ως το Κιλκίς. Κι εκείνη, είχε πάει, ολομόναχη, στο Παρίσι, είχε βρει τον Σπυρέτο και τον είχε φέρει, πίσω, στο σπίτι.
Όμως, ο κυρ-Θανάσης, δεν είχε ιδέα για όσα είχαν γίνει στο Παρίσι. Και, μάνα και γιος –γιατί γιο της το λογάριαζε το Σπύρο η Πελαγία- είχαν αποφασίσει να μην του πουν κουβέντα. Είχαν ετοιμάσει και το παραμύθι τους:
Ένας απατεώνας τον ξεγέλασε το Σπύρο, στον ξένο τόπο, του ΄φαγε τα λεφτά, δήθεν πως θα άνοιγαν μαζί ατελιέ, και τον άφησε, χωρίς μία, στο Παρίσι. Κι ο Σπύρος ξενοδούλευε, να μαζέψει χρήματα, να επιστρέψει. Και πως, δήθεν, ρεζιλεμένος, δεν ήθελε να πάρει τον πατέρα του τηλέφωνο, να του ζητήσει βοήθεια, που εκείνος από την πρώτη στιγμή είχε αντιδράσει στην υπόθεση του Παρισιού.
Το ΄φαγε αμάσητο το παραμύθι ο κυρ-Θανάσης. Μόνον η Πελαγία, ο Σπύρος και, βέβαια, η Μόρφω, γνώριζαν την αλήθεια. Μια αλήθεια, όμως, που δεν μπορούσε να κρατηθεί μυστική. Και που έμελλε, όταν αποκαλύπτονταν, να άρχιζε μια αντίστροφη μέτρηση...
Η Πελαγία, βέβαια, επέμενε να τα πουν όλα. Και στον Θανάση και στην Αννούλα. Ειδικά σε αυτήν. Όμως ο Σπύρος έπεφτε από το ένα λάθος, στο άλλο. Δεν είχε πειστεί ότι η Αννούλα τον αγαπούσε και θα του συγχωρνούσε τα πάντα, ακόμη κι αυτό: Να έχει ένα παιδί με μια άλλη γυναίκα.
Με μυστικά και ψέματα πέρασαν δυο χρόνια. Ο Σπύρος αφοσιώθηκε στην επιστήμη του. Και, στο μεταξύ, αρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε την Αννούλα.
Αχ, εκείνος ο γάμος... Όλη η γειτονιά είχε σηκωθεί στο ποδάρι! Ο κυρ-Θανάσης, με το ολοκαίνουργιο κουστούμι του, είχε ένα μόνιμο χαμόγελο. Κι η Πελαγία, μετά από τόσα χρόνια, καλοδεχόταν όλο το σόι στο σπιτικό της κι άκουγε ευχές... για το γιο της! Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Όλοι όσοι τη θεωρούσαν μια ξένη, ήταν, πια, συγγενείς.
Αλοίμονο... Οι ίδιοι συγγενείς, θα γίνονταν, πάλι, ξένοι, ένα χρόνο μετά...
Η Μόρφω πήρε το φλυτζάνι και βγήκε στο μπαλκόνι. Έσφιξε τα μάτια, να δει καλύτερα. Ναι, ο κυρ-Θανάσης είχε επιστρέψει. Πάλευε με μια εφημερίδα. Σε λίγο θα έβγαινε κι εκείνος, με τον καφέ του, στο μπαλκόνι. Και την εφημερίδα, διπλωμένη στα αθλητικά.
Έτσι είχε βγει και τότε, στην αυλή. Γιατί ακόμη δεν είχαν δώσει αντιπαροχή το σπίτι. Πήρε την εφημερίδα παραμάσχαλα, το φλυτζάνι με τον καφέ, φώναξε στην Πελαγία να του φέρει νερό και βγήκε στην αυλή.
Την είδε εκεί απέναντι. Ψηλή, όμορφη, με ένα παιδί στην αγκαλιά. Ένα παιδί που, κάτι του θύμιζε. Αλλά η μάνα, δεν του θύμιζε τίποτα. Και του φαινόταν σα ξένη. Σα χαμένη...
Ακούμπησε τον καφέ στο τραπέζι.
«Θέλετε τίποτα»;
Δεν του απάντησε. Άνοιξε την πόρτα της αυλής, με το παιδί πάντα στην αγκαλιά. Τον πλησίασε. Άπλωσε τα χέρια, του έδωσε το παιδί, του χαμογέλασε, φίλησε το μωρό κι άφησε κάτω έναν σάκο που κρατούσε. Γύρισε κι έφυγε.
Τον άφησε εκεί, όρθιο, με την εφημερίδα στη μασχάλη και το αγοράκι στην αγκαλιά.
«Κυρία...»
Δεν γύρισε να τον δει. Έφευγε με σκυμμένο το κεφάλι. Οι ώμοι της, σα να κουνήθηκαν απότομα, μια κίνηση σπαστική, αιφνίδια, ανεξέλεγκτη.
«Κυρία...»
Άρχισε να τρέχει. Ο Θανάσης, για έναν μυστήριο λόγο, δεν μπορούσε να κάνει βήμα.
Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Η Πελαγία βγήκε με το δικό της καφέ σε έναν δίσκο και δυο ποτήρια νερό.
«Ποιος ήταν»;
Σήκωσε τα μάτια από το δίσκο και είδε τον Θανάση με το παιδί. Είδε στα χέρια του άνδρα της, το γιο της. Ή, μήπως, δεν ήταν ο γιος της; Μα δεν μπορούσε να ήταν ο γιος της. Εκείνος ήταν ολόκληρος άντρας, παντρεμένος... Κι αυτό, ήταν ένα μωρό, λίγο πάνω από 12 μηνώ... Κι όμως, αυτή η ομοιότητα...
«Ήταν μια κυρία... Δε μίλησε... Το παιδί... Δεν κατάλαβα... Το άφησε το παιδί»...
Δίσκος, ποτήρια, φλυτζάνια, έπεσαν από τα χέρια της Πελαγίας. Γέμισε ο τόπος γυαλιά, κομμάτια, αποσπάσματα, καφέδες και νερά. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο και σωριάστηκε.
«Πελαγία»!
Τρελάθηκε ο κυρ – Θανάσης. Έκανε ένα βήμα δεξιά, ένα αριστερά κι έμενε στον ίδιο τόπο. Με το μωρό αγκαλιά, να μην ξέρει αν πρέπει να το αφήσει ή να το κρατήσει. Να μην ξέρει αν πρέπει να τρέξει στη γυναίκα του... Κι εκείνο, βρήκε την ώρα ν΄ αρχίσει να κλαίει!
«Πελαγία! Βοήθεια! Βοήθεια γειτονιά»!
Πρώτη έτρεξε η Μόρφω. Μπήκε στην αυλή και είδε την Πελαγία σωριασμένη, τον Θανάση με το παιδί στην αγκαλιά, καφέδες, νερά, σπασμένα φλυτζάνια και ποτήρια καταγής και το σάκο πεταμένο σε μια γωνία. Κατάλαβε, αλλά δεν είχε ώρα για εξηγήσεις.
«Λίγο νερό! Φέρε βρε Χριστιανέ λίγο νερό»!
Έτρεξε ο Θανάσης, πάντα με το παιδί στην αγκαλιά και γέμισε ένα ποτήρι, από μέσα από το σπίτι. Βγήκε, με παιδί και νερό στα χέρια, έξω, το μισό το είχε χύσει, το ΄δωσε βιαστικά στη Μόρφω κι εκείνη έβρεξε τα χέρια της και ράντισε το πρόσωπο της Πελαγίας.
Τα χείλη της είχαν μελανιάσει, είχε ασπρίσει αλλά με το νερό και τα τριψίματα της Μόρφως, άρχισε να βρίσκει και το χρώμα της και τις αισθήσεις της. Άνοιξε τα μάτια της, είδε τον Θανάση με το παιδί αγκαλιά, τη Μόρφω από πάνω της και έπιασε με το χέρι της το κεφάλι της:
«Ωχ, Παναγία μου! Τι θα κάμω τώρα...»

Συνεχίζεται...

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Μέρος 12ο


Όση ώρα σκεφτόταν την «Ιστορία του Παρισιού» -έτσι την είχε ονομάσει την περιπέτεια της γειτόνισσάς της, έψαχνε, με το βλέμμα της, να συναντήσει την επιστροφή του Θανάση. Αλλά φαίνεται ότι εκείνος είχε βγει έξω για τα καλά και δε σκόπευε να επιστρέψει νωρίς. Κι όση ώρα θυμόταν όσα έγιναν, είχε βαλθεί να φτιάξει κι άλλον καφέ. Φρέσκο.
Ανακάτευε τον καφέ στο μπρίκι, πάνω από το γκαζάκι, έβλεπε τις φουσκάλες και τη δίνη που σχημάτιζε μέσα στο τσίγκινο μπρίκι. Και βύθιζε, εκεί, τις αναμνήσεις της. Θυμόταν την εξιστόρηση της Πελαγίας, γιατί από κει γνώριζε ό,τι είχε συμβεί στη Γαλλία. Και θυμόταν που της είχε πει η Πελαγία ότι με το που άκουσε από το στόμα του Σπύρου της, πως η κοπέλα που άνοιξε την πόρτα ήταν η γυναίκα του, αισθανόταν σαν κουφή και κούφια ταυτόχρονα.
Γιατί έτσι αισθανόταν η Πελαγία. Είχε το κακό προαίσθημα από την πρώτη στιγμή. Από τότε που ο Σπύρος είχε κόψει κάθε επαφή. Αλλά αυτό, δεν το περίμενε.
Έτσι απέμεινε στην πόρτα, να κοιτάζει με βλέμμα κενό το Σπύρο και τη νύφη της τη Γαλλίδα. Που ούτε την είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της, ούτε και ήξερε αν ήθελε να την ξαναδεί. Και μ αυτή τη σκέψη, γύρισε κι άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες.
«Μάνα! Μάνα! Πού πας ρε μάνα»;
Ο Σπύρος φώναζε πίσω της, στις σκάλες, αλλά εκείνη την ώρα δεν τον άκουγε. Μόνον αργότερα, όταν έφερνε στο μυαλό της όλη τη σκηνή, μόνον τότε κατάλαβε πως ο Σπύρος τη φώναζε:
«Γύρνα πίσω ρε μάνα! Γύρνα κι είμαι με τα εσώρουχα»!
Είδε κι απόειδε ο Σπύρος ότι η Πελαγία το ΄χε βάλει σκοπό να φύγει, το πήρε απόφαση: Άρπαξε ένα παντελόνι που κρεμόταν στο πορτ μαντό, δίπλα στην πόρτα, πήρε και μια αταίριαστη πλεχτή μπλούζα και, με τις παντόφλες, βγήκε στο κατόπι της.
Την πρόλαβε στο επόμενο τετράγωνο. Την άρπαξε από το χέρι που κρατούσε το δερμάτινο σάκο της. Την κράτησε γερά:
«Κάτσε ρε μάνα, που πήρες φόρα και μας κάνεις την ταχεία! Κάτσε να σου εξηγήσω…»
Γύρισε απότομα:
«Τι να μου εξηγήσεις Σπύρο μου; Ότι παντρεύτηκες και ντράπηκες να μας καλέσεις στο γάμο; Ότι μπορεί και να περιμένετε παιδί κι εμείς δεν ξέρουμε το όνομά της; Ότι δεν πρόλαβες να το πεις στην άλλη, που ξεροσταλιάζει στη Θεσσαλονίκη; Κάθε μέρα στο σπίτι μας είναι, Σπύρο. Ξέχασες πώς ήρθε εκεί; Ξέχασες πώς μπήκε στο σπίτι μας; Με πόση αγάπη σε κοιτούσε μέσα στα μάτια; Πόσες μέρες έκλαιγε όταν της είπες ότι θα έφευγες; Με πόση λαχτάρα σε περιμένει να γυρίσεις; Τι υπέφερε όταν έπεσες στα ναρκωτικά; Η, μήπως δεν τα ξέρεις αυτά; Για πες μου… Τι να μου εξηγήσεις»;
Καταιγίδα η μάνα του. Θύελλα. Τι Ελ Νίνιο, τι τσουνάμι και αηδίες. Τον πήρε παραμάζωμα και δεν τον άφησε να ανασάνει. Κι εκεί που πήγε να αστειευτεί, να της πει «ώπα, ρε μάνα! Κάτσε να πάρουμε σειρά», κατάλαβε τι του έλεγε και σώπασε. Έσκυψε το κεφάλι και ψιθύρισε:
«Μάνα, τι θα κάνω»;
«Μάνα τι θα κάνω, ε; Τώρα ζητάμε τη μάνα! Όταν βγάζαμε τα μάτια μας, με τη Γαλλίδα, ήταν καλά… Δε μου λες, πού τη γνώρισες»;
Ο Σπύρος έψαξε με το βλέμμα και είδε το καφέ, που πήγαιναν με τη Ναντίν –έτσι την έλεγαν- και της πρότεινε να καθίσουν εκεί. Με το που έφθασαν, συνειδητοποίησε πώς ήταν ντυμένος. Αλλά οι ντροπές, ήταν αλλού. Και ούτε τόλμησε να προτείνει στην Πελαγία, να πάει να αλλάξει. Έψαξε τις τσέπες του όμως και είπε, προσπαθώντας να χαμογελάσει:
«Δεν έχω και λεφτά»…
«Αυτά μας μάραναν! Άστα! Έχω εγώ. Κάτσε και λέγε»!
Και κάθισε. Και της είπε. Ότι τη γνώρισε στη σχολή, όπου πήγαινε και δειγμάτιζε ρούχα. Μανεκέν. Ότι πήγε, μια μέρα, από το σπίτι του, να δει τι σχεδίαζε και είχε φέρει και μια μπουκάλα κρασί μαζί της. Ότι ήπιαν, μετά άνοιξε κι αυτός μία, έγιναν φέσι κι έγινε ό,τι έγινε. Ότι ήταν γλυκιά, ευγενική, πολύ καλή μαζί του και ένοιωθε καλά όταν ήταν μαζί της. Αλλά για το γάμο, δεν έλεγε τίποτα.
«Όλα καλά αυτά, Σπύρο. Έτσι όπως μου τα λες, είναι σα να γνώρισες μια κοπελίτσα, καλή, ευγενική κι από σπίτι. Κι είπατε να κάνετε παρέα. Ως εδώ, όλα καλά. Αλλά δεν έπρεπε να της πεις ότι έχεις κάτι άλλο στην πατρίδα; Κι άντε, να πω εγώ πως σκέφτηκες πονηρά –αν και είσαι μπουνταλάς- και είπες ‘ε, ας καλοπερνάω κι εδώ, ας έχω και μία στην πατρίδα΄ κι έκανες ό,τι έκανες. Στο γάμο, πώς έφθασες; Όχι ότι ήταν καλά όλα τα άλλα, δηλαδή, αλλά στο γάμο, βρε παιδάκι μου… Γάμο;»
«Τι να τα λέμε, τώρα, αυτά»…
«Και τι να πούμε, δηλαδή; Τι ωραίο που είναι το Παρίσι και πώς θα πάω να δω τον Πύργο του Άιφελ; Σε παρακαλώ… Αυτά θα πούμε! Λοιπόν; Είμαι όλη αυτιά»!
«Ρε μάνα, δε φθάνει όσο ρεζιλεύτηκα»;
«Καλά, με κοροϊδεύεις; Σηκώθηκα και ταξίδεψα με αεροπλάνο, κρυφά από τον πατέρα σου. Ήρθα σ εβρήκα σε μια άγνωστη πόλη, πιστεύοντας ότι είχες ξαναμπλέξει με τα ναρκωτικά και σε βρίσκω παντρεμένο. Και τι θες να κάνω; Να πάω πίσω λες και δε συνέβη το παραμικρό»;
«Άσχημα θα ΄τανε»;
«Άσχημα θα ΄τανε! Πώς να ξαναδώ τα μάτια της Αννούλας; Δεν έπρεπε να της το πεις; Έτσι κάνουν οι άντρες, βρε»!
«Μα την αγαπάω την Αννούλα…»
«Την αγαπάει την Αννούλα! Ακούτε Παριζιάνοι! Την αγαπάει την Αννούλα. Κι αγαπάει και τη Γαλλιδούλα. Κι αν τον στείλουμε στην Ιταλία, θα αγαπάει και την Ιταλίδα και την Ισπανίδα και την Γερμανίδα κι όποια βρει πρόχειρη! Σπύρο, σοβαρέψου! Μου έγινες μουσουλμάνος και θες να τις πάρεις όλες»;
«Όχι ρε μάνα! Αλλά την Αννούλα την πονάω και την αγαπάω. Έχουμε περάσει πολλά. Αυτό που είπες, είναι αλήθεια. Η Άννα με στήριξε. Ήταν ο άνθρωπός μου, όλο εκείνο το διάστημα που είχα χαθεί. Αλλά με τη Ναντίν… Είναι αλλιώς…»
«Είναι αλλιώς… Τι αλλιώς; Κοίτα να τα ξεκαθαρίσεις στο μυαλό σου! Ακούς»;
«Θα τα ξεκαθαρίσω…»
«Πότε»;
«Ως το Πάσχα, που θα έρθω…»
«…Τρελός θα είσαι. Τρελό είναι το παιδί μου! Ακούτε; Τρελάθηκε το παιδάκι μου! Το Πάσχα λέει! Ποιο Πάσχα; Ρε, μήπως θες τις θερινές διακοπές; Ή, μάλλον, άσε. Σε τρία χρόνια που θα τελειώσεις με τη νέα σου σχολή, το ξανασκέφτεσαι. Και, κοίτα, αν δεν έχεις καταλήξει, δεν πειράζει… Άκου: Τελεσίγραφο! Πας, τώρα, στην… απαυτήν, στην πώς την είπες…»
«Ναντίν»!
«Σ αυτήν! Και της λες ‘τέλος, ως εδώ ήταν’ κι άλλα τέτοια. Και χωρίζετε. Και γυρνάμε πίσω! Τώρα»!
«Δε γίνεται…»
«Τι δε γίνεται. Για πες… Πού παντρευτήκατε; Πώς έγινε»;
«Ε, να… Είναι…»
«Τι είναι; Πες το Σπύρο! Βγάλ’ το επιτέλους»!
«Είναι έγκυος»…
Ζαλίστηκε λίγο η Πελαγία. Όχι ότι δεν το περίμενε… Το περίμενε. Αλλά, όπως και να το κάνεις, όταν το ακούς από άλλον, ειδικά από το παιδί σου, σου έρχεται ξαφνικό.
Τα πράγματα μπερδεύονταν. Πρώτα, η Ναντίν ήταν παντρεμένη με το Σπύρο. Έπειτα, ήταν και έγκυος! Έμεναν στο ίδιο σπίτι. Είχε καταλάβει πως η τρελή κι αλλοπαρμένη που της χτύπησε την πόρτα πρωινιάτικα, ήταν μάνα του γιου της. Εκτός του ότι έπρεπε να δει τι θα γινόταν με την Αννούλα, έπρεπε να προσέχει τη Γαλλίδα νύφη –που ήταν και έγκυος- και να μπαλώσει τα της εμφάνισής της… Γόρδιος δεσμός…
«Τι σκέφτεσαι μάνα»;
«Τα ανδραγαθήματά σου… Να δω πώς θα διορθώσω ότι κατέστρεψες… Γιατί, από ότι κατάλαβα, εσύ δεν πρόκειται να κάνεις καμία προσπάθεια»…
Ρούφηξαν τις τελευταίες γουλιές από τους καφέδες που είχαν παραγγείλει και κίνησαν, ξανά, για το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή, η Πελαγία σκεφτόταν πώς να δικαιολογηθεί στη νύφη της. Και τι να της πει… Στράφηκε στο Σπύρο:
«Αλήθεια Σπύρο μου, αυτή η κοπέλλα, η Ναντίν, δε σε ρώτησε ποτέ για τους γονείς σου»;
«Με ρώτησε…»
«Και τι της είπες»;
«Πως είναι φτωχοί και δεν έχουν λεφτά να ΄ρθουν για το γάμο».
«Και που δεν μας έπαιρνες ένα τηλέφωνο, δεν της φάνηκε περίεργο»;
«Σας έπαιρνα…»
«Πότε και δεν το καταλάβαμε εμείς»;
«Έκανα ότι σας έπαιρνα. Από θαλάμους, από μπιστρό, από καφέ… Κάθε τόσο έλεγα ότι θα έπαιρνα τηλέφωνο κι έκανα ότι μιλούσα»…
«Και μια φορά δε ζήτησε να μας μιλήσει»;
«Ζήτησε, πως… Αλλά όλο της έλεγα ότι ντρέπεστε, που δεν ξέρετε τη γλώσσα…»
«Στα ψέματα μια χαρά τα πήγαινες. Ας έλεγες και κάτι στην Αννούλα, τόσο καιρό…»
«Μάνα…»
«Τι είναι»;
«Δε θέλω να ζήσω με τη Ναντίν. Για το παιδί το κάνω»…
«Τώρα μάλιστα. Σωθήκαμε».
«Μη με μαλώνεις άλλο, ρε μάνα… Μπορεί να γίνει κάτι»;
«Τι να γίνει, έτσι όπως τα ΄κανες»;
Πλημμύρισαν τα μάτια του Σπύρου δάκρυα. Ακούμπησε στον τοίχο ενός σπιτιού, όπως περπατούσαν, έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Η Πελαγία τον αγκάλιασε και τον αισθανόταν να σπαρταράει στην αγκαλιά της. Δεν είχε σημασία που δεν τον είχε γεννήσει. Δεν είχαν σημασία τα όσα έκανε. Ήταν παιδί της κι έπρεπε να πάρει το μέρος του και να το βοηθήσει.
Να το βοηθήσει… Αλλά πώς;

Συνεχίζεται...

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Μέρος 11ο


Το συλλογισμό της τον διέκοψε το χτύπημα του τηλεφώνου.
«Ποιος να ΄ναι απογευματιάτικα»;
Καθώς αναρωτιόταν, σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πήγε προς το τηλέφωνο.
Η αλήθεια είναι ότι το τηλέφωνό της δε χτυπούσε και τόσο συχνά, πια. Πού και που τη θυμόντουσαν κάποιες από τις φίλες της και καμία συγγένισσα. Ακόμη πιο σπάνια τη θυμόταν η ανιψιά της. Ο μόνος νέος άνθρωπος που μπαινόβγαινε, έστω στη χάση και τη φέξη, στο σπίτι της. Ήθελε ν ακούσει έναν άνθρωπο…
«Ναι…»
«Την κ. Ρουπεκιώτη»…
Η φωνή ήταν ανδρική, έδειχνε άνθρωπος μιας κάποια ηλικίας. Ρουπεκιώτη, όμως, δε λεγόταν, ούτε γνώριζε καμία…
«Δυστυχώς, κάνετε λάθος κύριέ μου»…
«Λάθος; Μα πως είναι δυνατόν… Έχετε το 2310919345»;
«Ναι, αλλά Ρουπεκιώτη δεν υπάρχει εδώ. Δεν υπήρχε ποτέ. Δυστυχώς»…
«Δεν μπορώ να καταλάβω… Μου έδωσε αυτό το τηλέφωνο η πρώην γυναίκα μου και… Συγνώμη! Σας ζαλίζω κι εσάς»…
«Δεν πειράζει… Δεν είναι λόγος»…
«Σας ανησύχησα»…
«Μπα, μόνη καθόμουν κι έπινα έναν καφέ»…
Ακολούθησε σιγή λίγων λεπτών. Εκείνος σίγουρα θα ήθελε να πιάσει την κουβέντα, φαινόταν –από τη φωνή- γύρω στην ηλικία της. Εκείνη, άλλο που δεν ήθελε, τόσα χρόνια, πια, μόνη. Όμως, τι να πουν; Δυο άνθρωποι της ηλικίας της, ξένοι, παντάξενοι, πώς να πιάσουν την κουβέντα; Εκείνη δεν είχε ιδέα από τέτοιες καταστάσεις. Αλλά κι εκείνος το ίδιο:
«Λοιπόν»…
«Λοιπόν»…
«Και πάλι σας ζητώ συγνώμην, κυρία…. Πώς σας είπαμε;»
«Μόρφω…»
«Μόρφω… Από το Ευμορφία»;
«Ναι»…
Είχε χρόνια να κάνει τέτοια κουβέντα, δεν ήξερε τι να πει, για να κρατήσει το ενδιαφέρον του. Αλλά και να μην κάνει σα τη χήρα στο κρεβάτι. Πήγε να μιλήσει, σταμάτησε, τελικά πήρε το θάρρος:
«Εσάς»;
«Γιάννη»!
Νέα διακοπή, ξανά σιγή. Τι να πουν άλλο; Μόνον ο καιρός έμενε θέμα συζήτησης δυο αγνώστων. Πήρε εκείνος την πρωτοβουλία:
«Λοιπόν, κυρία Ευμορφία, επιτρέψτε μου να σας λέω έτσι, ίσως να τα ξαναπούμε»…
«Ίσως»…
«Γειά σας, λοιπόν»…
«Γειά σας».
Έκλεισε το τηλέφωνο. Έστω κι αυτά τα τρία, τέσσερα λεπτά, κουβέντας με έναν άγνωστο, της είχαν δώσει ζωή. Γιάννης… Όπως ο ταξιτζής που την είχε πάει, τότε, στο αεροδρόμιο. Τότε που ξεπροβόδιζε την Πελαγία στο Παρίσι, κρυφά από τον Θανάση κι από το Δημητρό της.
Κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει στο ταξί. Τρία τέταρτα δρόμος (τόσο έκανες, τότε, να φθάσεις από την Τριανδρία στη Μίκρα), ολάκερο ταξίδι κι εκείνες, αμίλητες. Τα είχαν συνεννοηθεί από πριν, να πουν ότι αρρώστησε μια θεία μακρινή της Πελαγίας στην Καβάλα, κι ότι θα την πήγαινε η Μόρφω στα ΚΤΕΛ, να δει, με την ευκαιρία την αδελφή της, που έμενε στο Βαρδάρη. Γιατί τότε, μια γυναίκα μόνη, δεν τριγυρνούσε σ εκείνη την περιοχή. Η Μόρφω –υποτίθεται- θα έμενε στο σπίτι της αδελφής της και θα ΄παιρνε ταξί να επιστρέψει, να μην την πειράξει και κανείς στο δρόμο…
Όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο. Η Μόρφω κούνησε μαντίλι στην Πελαγία κι εκείνη, για πρώτη φορά στη ζωή της, μπήκε σε αεροπλάνο. Για να πάει να βρει το Σπυρέτο της.
Σκιάχτηκε όταν κατέβηκε στο αεροδρόμιο στο Παρίσι. Ήταν τεράστιο. Κι ενώ την ήξερε τη γλώσσα και διάβαζε άνετα τις πινακίδες, φοβήθηκε ότι θα χαθεί. Βάλθηκε να ψάχνει για κανέναν πολισμάνο, αλλά του κάκου. Διάβαζε τη μία πινακίδα πίσω από την άλλη, ώσπου ανάσανε: Ένα βέλος έδειχνε αριστερά και η λέξη ήταν… διεθνής: Ταξί!
Όταν της μίλησε ο ταξιτζής, τα ΄χασε. Τα γνώριζε τα γαλλικά, αλλά αυτά της φαινόταν αλαμπουρνέζικα! Τα είχε πει τόσο γρήγορα ο Χριστιανός…
Δεν έπρεπε να δείχνει σα χαμένη. Αδιαφόρησε για τα όσα της είπε ο ταξιτζής και πρόφερε με την καλύτερη προφορά της τη διεύθυνση του Σπύρου. Ο ταξιτζής χαμογέλασε, της είπε κάτι για την κίνηση και τότε, άρχισε να καταλαβαίνει! Λες και οι λέξεις έπεφταν από κάπου ψηλά μέσα στο κεφάλι της… Κι έτσι, συζήτησαν για λίγο, έως ότου μπουν, από τα περίχωρα, στην πόλη και βρουν την πολυκατοικία του μικρού…
Ήταν μια παλιά πολυκατοικία, χωρίς ασανσέρ. Στα κουδούνια της πόρτας δεν είχε ονόματα, αλλά αριθμούς διαμερισμάτων. Καθώς δεν ήξερε τον αριθμό του διαμερίσματος, άρχισε να ανεβαίνει, κρατώντας στο αριστερό της χέρι τον μικρό καφέ δερμάτινο σάκο της. Ευτυχώς, οι πόρτες είχαν κουδούνια με ονόματα. Στο δεύτερο όροφο, βρήκε το διαμέρισμα του Σπύρου. Πάτησε το κουδούνι.
Της άνοιξε μια κοπέλα, που φορούσε –ναι, εκείνο ήταν- το σιέλ πουλόβερ του Σπύρου της. Το γνώριζε εκείνο το πουλόβερ. Το είχε πλέξει με τα χέρια της. Και το είχε κάνει λίγο μεγάλο κι ο Σπύρος όλο την πείραζε. Και τώρα το φορούσε εκείνη η άγνωστη κοπέλα, που στεκόταν στην πόρτα, χωρίς να φορά τίποτε άλλο, με μια κούπα καφέ στα χέρια, σαν οικοδέσποινα, που την ξύπνησε κάποιος ενοχλητικός. Μάζεψε το θάρρος της, έσπρωξε στο βάθος τη ντροπή της και ρώτησε:
«Σπύρος ε λα»;
«Ουί, ιλ ε λα. Σπιγό»!
Η κοπέλα τσίριξε. Ο… Σπιγός μουρμούρισε κάτι γαλλικά κι ακούστηκαν τα βήματά του στο διάδρομο. Ήταν –κι αυτός- αγουροξυπνημένος. Την κοίταξε, πάγωσε, ψέλλισε:
«Μάνα»…;
«Ποια είναι η κοπέλα Σπύρο»;
Εκείνος έσκυψε το κεφάλι.
«Ποια είναι η κοπέλα Σπύρο; Δε θα με συστήσεις»;
Η φωνή του έσβηνε. Η Πελαγία, όμως, ήταν σα να τον άκουγε να φωνάζει:
«Η γυναίκα μου»…

Συνεχίζεται…

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Μέρος 10ον

Καθόταν απέναντι από το φλιτζάνι της. Σκεφτόταν αν ήταν πρέπον να το γυρίσει, για να το διαβάσει μετά. Αλλά έτσι; Μόνη της; Δεν της έκανε κέφι.

Αχ, πόσες και πόσες φορές δεν έλεγε τον καφέ στις φιλενάδες της; Ακόμη και στην Πελαγία. Γιατί κι εκείνη, όταν είχε ζόρια, άνοιγε την πόρτα της αυλής της και, μια και δυο, διέσχιζε το δρόμο και βρισκόταν στην αυλή της Μόρφως.
«Μόρφω; Πού είσαι ευλογημένη»;
Σα να άκουγε τη φωνή της… Να! Λες και ήταν τώρα δα, που δεν υπήρχαν πολυκατοικίες στην κατηφόρα της εκκλησίας κι ήταν τα σπίτια τους, το ένα απέναντι από το άλλο. Τότε που η μία δεν ήθελε να δει την άλλη, αλλά όποτε είχαν τους καημούς τους, έβρισκαν μια δικαιολογία, πότε ότι ήθελαν λίγο αλεύρι, πότε ότι τους είχε τελειώσει ο καφές και δρασκέλιζαν η μία το κατώφλι της άλλης.
Να τηνα, η Πελαγία! Ξαναπέρασε το κατώφλι της!
«Εδώ! Εδώ έλα! Στην κουζίνα»!
Μια ζωή στην κουζίνα… Από το πρωί, ως και με το βράδυ, στην κουζίνα. Πρώτα για να ετοιμάσει πρωινό του Δημητρού της. Έπειτα, για το φαγητό. Στο ενδιάμεσο να πλύνει τα πιάτα, να βγει για λίγο να σκουπίσει και να σφουγγαρίσει, κι έπειτα, αφού έτρωγαν, να κάνει έναν καφέ, να τον πιούν παρέα. Κι αφού εκείνος ή έπαιρνε τον υπνάκο του ή πήγαινε να βρει τους φίλους του –και τον Θανάση – εκείνη έπαιρνε το κέντημα και καθόταν δίπλα στο παραθύρι, που είχε πάνω από τις βρύσες.
Κι εκεί βολόδερνε, ώσπου να ανοίξει την τηλεόραση, να δει τον Άγνωστο Πόλεμο. Τώρα, που είχαν τηλεόραση. Γιατί παλιά, με το ραδιόφωνο, άνοιγε το Φίλιπς, έψαχνε το ραδιοφωνικό σταθμό της Φωκίδας κι άκουγε… Καραγκιόζη! Πόσο της άρεζε… Κι έπειτα, τις μεγάλες επιτυχίες της Κολούμπια και της Μίνος Μάτσας και Υιός.
Η πόρτα άνοιξε κι η Πελαγία μπήκε στην κουζίνα.
«Θα βγάλεις τα μάτια σου, μέσα στο σκοτάδι, να πλέκεις και να κεντάς»!
«Και τι θες να κάνω; Να μείνω ανεπρόκοπη; Να μην ετοιμάσω ένα σεμεδάκι, μια δαντέλα, κάτι, να υπάρχουνε»;
Η Πελαγία ήξερε το μεγάλο σαράκι που έτρωγε την Μόρφω. Και δεν έλεγε κουβέντα. Εξάλλου, όποτε περνούσε το κατώφλι της, κάτι άλλο ήθελε, από το να πιάσουν κουβέντα:
«Μου τέλειωσε ο καφές. Μήπως μπορείς να με ευκολύνεις λίγο που ο Μήτσος, ο μπακάλης, έχει κλείσει»;
«Φέρε το βαζάκι σου»…
Η Μόρφω το ΄ξερε, από την πρώτη στιγμή, πως ο καφές ήταν μόνον το πρόσχημα. Αλλά περίμενε και το παρασύνθημα:
«Μη βάλεις πολύ… Ίσα – ίσα για μένα, για τώρα, και δυο κουταλιές για το πρωί. Μ’ έπιασε ένας πονοκέφαλος, άλλο πράμα. Γι αυτό τον θέλω τον καφέ… Άσε. Ούτε το μπρίκι να δω, δεν μπορώ».
«Ε, άμα είναι για φάρμακο, άσε να σου κάνω εγώ έναν καφέ»…
«Να μη σε βάζω σε κόπο τώρα»…
«Τι κόπος… Να, ίσα-ίσα, θα σου πω και το φλιτζάνι, θα περάσει και η ώρα».
«Μα σκοτείνιασε… Κάνει»;
«Ακόμα δεν έδυσε ο ήλιος. Κάνει»!
Κι έτσι βρίσκονταν οι δυο τους, από τη μια και την άλλη πλευρά του τραπεζιού της κουζίνας. Κι ανάμεσά τους, δυο φλιτζάνια του καφέ. Το ένα μισογεμάτο και το άλλο άδειο, γυρισμένο στο πιατάκι του. Να κάτσει ο ντελβάς.
Τινάχτηκε από τη θέση της! Τι τα ήθελε και τα θυμόταν πάλι αυτά; Πάλι θα θυμόταν εκείνη την καταραμένη τη μέρα… Τότε που…
«Λόγια! Βρε συ, Πελαγία μου, λόγια… Πολλά λόγια. Και στενάχωρα. Άσε να μην στο πω, καλύτερα»…
«Πες το μου, να ησυχάσω, Μόρφω μου… Πες το μου, γιατί τα πράματα δεν πάνε καλά»…
«Τι έγινε»;
«Ο Σπύρος μας»…
«Ε, τι; Τι θέτε, πια, από το παιδί; Έγινε κοτζαμάν παλικάρι, πέρασε στο πανεπιστήμιο, τι άλλο θέτε»;
«Θα φύγει»…
«Θα φύγει; Θα φύγει να πάει πού; Τι; Θέλει το δικό του σπίτι; Αχ, τι μόδα είναι αυτή… Κι άλλα παιδιά από τη γειτονιά, που περάσανε στο πανεπιστήμιο, τους έχουν ψήσει το ψάρι στα χείλη των γονιών τους, να τους νοικιάσουν, λέει, σπίτι στη Μελενίκου, κοντά στο Πανεπιστήμιο. Άκουσον, άκουσον! Λες και η Τριανδρία είναι μακριά… Πέντε λεπτά δρόμος. Αλλά… Αλλά… Πελαγία; Κλαις»;
Είχε κρύψει το πρόσωπο με τα δυο της χέρια κι έκλαιγε. Έκλαιγε με λυγμούς. Άπλωσε το χέρι της, η Μόρφω, να την αγγίξει στην πλάτη. Μετάνιωσε και τράβηξε το χέρι της. Δεν είχαν ποτέ, τόσα θάρρητα. Σα να κατάλαβε η Πελαγία την κίνηση, σήκωσε το πρόσωπο. Μούσκεμα ήταν τα μάτια και τα μάγουλά της.
«Καλά θα ήταν να πάει να βρει σπίτι στο κέντρο. Αλλά αυτός θέλει να φύγει από την πόλη. Θέλει να παρατήσει τις σπουδές του και να φύγει»…
«Τώρα; Που τελειώνει; Καλά, αυτός δεν ήταν που σας είχε πάρει τα αυτιά να βάλετε μέσον, να πετύχετε την μετεγγραφή του; Να είναι μαζί με την Άννα; Αυτόν το χρόνο δεν έχει ακόμη»;
«Αυτόν τον χρόνο, αλλά ποιος ξέρει πόσα μαθήματα… Θέλει να πάει στο Παρίσι, κατάλαβες; Τι να κάνει στο Παρίσι»;
«Θα σπουδάσει! Μήπως το παιδί θέλει να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του; Ε, πρέπει να το βοηθήσετε, Πελαγία. Ξέρω, είναι δύσκολο, αλλά»…
«…αλλά δε θέλει να σπουδάσει! Θέλει να τα παρατήσει, τώρα που τελειώνει, να πάει να γίνει μοδίστρα! Ακούς; Μοδίστρα»!
«Κι είναι ανάγκη να πάει ως το Παρίσι, για να γίνει μοδίστρα, μωρή Πελαγία; Ας πάει με την κυρα-Λένη, που μαντάρει τις κάλτσες της γειτονιάς, να γίνει ο καλύτερος! Κάτι άλλο θα θέλει το παιδί»…
«Τι άλλο; Τον ρώτησα εγώ, μήπως θες, παιδάκι μου να γίνεις ζωγράφος και μας το κρύβεις; Γιατί εκεί στο Παρίσι, όλοι κάτι τέτοιο πάνε και σπουδάζουνε… Όχι μου είπε! Κι είπε, μετά, ότι θέλει να γίνει πατρονίστ»…
«Τι είναι αυτό, πάλι»;
«Θα σχεδιάζει, λέει, ρούχα».
«Κουστούμια; Στολές στρατιωτικές; Όπως ο κυρ-Ανέστης, ο ράφτης»;
«Αμ δε… Ρούχα γυναικεία. Φούστες, μπλούζες, ντε πιες, ζιπ κιλότ, μίντι, μίνι, μάξι, τέτοια πράματα! Μου το ΄πε και μου ανέβηκε η πίεση στο 14. Για πες μου εσύ, πώς να το πω του Θανάση αυτό; Ότι ο γιος του, θέλει να παρατήσει το Πολυτεχνείο και να πάει να γίνει μοδίστρα»;
«Τι να σου πω βρε Πελαγία μου… Δεν τον αφήνεις να το πει μόνος του»;
«Εμ, γι αυτό ήρθα κι εγώ να μου πεις το φλιτζάνι, να δω τι θα γίνει, να πάρω τα μέτρα μου»….
Γύρισε κι η Μόρφω το φλιτζάνι κι άρχισε να διαβάζει. Μόνο που, εκτός από τα λόγια –στενάχωρα, αλλά λόγια- άλλο κακό δεν βρήκε. Βρήκε δρόμο. Και πάνω στο δρόμο, της έβγαινε μια στεναχώρια, αλλά σχέση με το παιδί, δεν είχε…
«Όπως στα λέω είναι, Πελαγία μου. Θα πει, θα πει, θα ξεσκάσει. Τίποτα άλλο δε θα κάνει».
Κι έτσι έγινε. Όταν ο Θανάσης άκουσε ότι ο γιος του ήθελε να γίνει πατρονίστ, είπε, είπε, είπε, ώσπου δεν είχε τι άλλο να πει. Κι Σπυρέτος, λες και ήταν μιλημένος, τον άφησε να λέει, να λέει, να λέει, ώσπου δεν είχε τι άλλο να πει.
Κι εκεί που νόμισαν ότι τελείωσε, γύρισε απότομα στο Σπύρο του:
«Και πόσο θα μας κοστίσει αυτή η νέα τρέλα σου»;
«Δε θέλω χρήματα»…
«Μπα; Εσύ από περηφάνια θα πας… Βρε, πες πόσα θες να τελειώνουμε»…
«Δε θέλω χρήματα, σου είπα».
«Και πώς θα πας στο Παρίσι; Με τα πόδια; Κι άντε, πήγες με τα πόδια. Τι θα τρως»;
«Έχω κάνει το κουμάντο μου»…
«Τι κουμάντο έκανες, δηλαδή»;
«Δούλευα»…
«Δούλευες»;
«Δούλευα»…
«Και πού δούλευες, για να ΄χουμε καλό ρώτημα»;
«Σερβιτόρος»…
Στήλη άλατος, ο Θανάσης. Ο γιος του, που τον είχε για μη μου άπτου, που εκείνος τον είχε μη στάξει και μη βρέξει, δούλευε σερβιτόρος. Κι είχε κάνει και το κομποδεματάκι του…
Μπήκε στη μέση η Πελαγία, γιατί ο Θανάσης ακόμη σκεφτόταν:
«Και πόσα έβγαλες»;
Έκανε μία ο «μικρός» κι έβγαλε από την κωλοτσέπη ένα βιβλιάριο του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου. Το πήρε, με αργές κινήσεις, ο Θανάσης κι άνοιξε την πρώτη σελίδα. Γούρλωσε τα μάτια, άσπρισε, μετά κοκκίνισε κι έπειτα, κίτρινος σαν το φλουρί, ψέλλισε:
«Εκατόν εξήντα χιλιάδες δραχμές»!
Μια περιουσία! Τότε, για ν αγοράσεις ένα σπίτι, ήθελες δεν ήθελες 180 με 200 χιλιάδες. Κι ο Σπύρος του, είχε μαζέψει 160!
Από τότε δεν ξαναμίλησε για την επιθυμία του Σπυρέτου να γίνει πατρονίστ. Ούτε κατάλαβε ποτέ, τι ήταν ο πατρονίστ.
Όμως το φλιτζάνι της Μόρφως, είχε βγάλει δρόμο και μια στεναχώρια για την Πελαγία. Κι ο δρόμος βγήκε –και η στεναχώρια στο τέλος του. Γιατί οι μήνες περνούσαν κι ο Σπύρος, ο πατρονίστ, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Η Αννούλα ξημεροβραδιαζόταν σπίτι τους, μήπως και πάρει ο Σπύρος κανένα τηλέφωνο και δεν είναι εκεί να τον ακούσει. Αλλά ο Σπύρος, τίποτα. Ούτε τηλέφωνο στο Θανάση, ή στην Πελαγία, ούτε γράμμα στην Αννούλα.
«Βλέπω το κορίτσι μας να κλαίει, να βαλαντώνει και μου ΄ρχεται να βάλω κι εγώ τα κλάματα».
«Και τι θες να κάνω, μωρέ Πελαγία; Να πάρω το αεροπλάνο να πάω στο Παρίσι να αρχίσω να ρωτάω, πέρα δώθε, πού είναι ο Σπύρος»;
Βέβαια, εκείνος δεν μπορούσε να πάει στο Παρίσι. Αλλά εκείνη…
Η Πελαγία το ΄κανε το ταξίδι στο Παρίσι. Γιατί ήξερε τη γλώσσα. Μόνον που το ταξίδι έκρυβε μεγάλη στεναχώρια.
Τι τα ΄θελε και τα θυμόταν, τώρα, αυτά…

Συνεχίζεται

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2007

Μέρος 9ο


Προχωρούσε προς την εκκλησία. Εκεί που, άλλες φορές είχε βρει καταφύγιο κι άλλες είχε ξεσπάσει το θυμό του. Εκεί που είχε πιει τον πιο γλυκό καφέ της ζωής του, όταν, κάποτε, τον κέρασε ο παπα-Λάμπης. Τότε που δεν ήξερε τι να κάνει.

Το θυμόταν λες και ήταν τώρα. Λες και το ζούσε αυτήν τη στιγμή. Τόση ήταν η αγάπη του για την Πελαγία του. Αυτή η αγάπη την κρατούσε, ακόμη, κοντά του.

Ναι, την αγαπούσε την Πελαγία. Αλλά δεν τολμούσε να ξαναπαντρευτεί. Είχε και το παιδί, δεν ήξερε πώς θα το πάρει… Αλλά, από την άλλη, πώς να ζούσε, εκείνη την εποχή, με μια αστεφάνωτη, κάτω από την ίδια στέγη;

«Να τη στεφανωθείς! Αυτό είναι το σωστό»!

«Το σωστό είναι να κάτσω στα αγβά μου»…

«Μαλακίες…»

Δεν συνήθιζαν να βρίζουν, στα καλά καθούμενα. Ούτε εκείνος, ούτε ο Δημητρός. Και για να πει, κάτι τέτοιο, ο φίλος του ο Δημητρός, πάει να πει ότι το ΄νοιωθε.

«Ε, τι λες τώρα»;

«Τι λέω; Αυτό που έπρεπε να πεις εσύ! Δεν το κατάλαβα, δηλαδή… Σε ποιόνανε θα δώσεις λογαριασμό; Τα φοράς, ή δεν τα φοράς τα παντελόνια»;

«Μωρέ, τα φοράω! Αλλά λογαριασμό θα δώσω σε όσους φοράνε παπούτσια και μιλάνε ελληνικά! Όλοι θα ορμήσουν να με φάνε, που θέλω να ξαναπαντρευτώ και δεν κάθομαι ήσυχος, να μεγαλώσω το παιδί μου»!

«Να ΄ρθουν αυτοί, ρε, να μεγαλώσουνε μονάχοι τους ένα παιδί! Έλα να τους δω τους παλικαράδες! Που όλα τα ξέρουν»!

«Θα ΄ρθουν και θα πουν»…

«Θα πουν… Τι θα πούνε, δηλαδή; Δε χρειάζεται ένα γυναικείο χέρι στο σπίτι που μεγαλώνει ένα παιδί»;

«Ξέρεις πώς είναι ο κόσμος»…

«Εγώ ξέρω. Κι εσύ πρέπει να τον έχεις χεσμένο»!
Ο Δημητρός ήταν πυρ και μανία με το φίλο του. Τον είχε για άνθρωπο που δε λογάριαζε τι θα έλεγαν οι γύρω, οι άλλοι. Πολλές φορές είχε πάει κόντρα σε όλους, για να περάσει το δικό του. Έδειχνε να μη λογαριάζει τις γνώμες των άλλων, πολύ περισσότερο τα κουτσομπολιά. Γι αυτό και δεν είχε κρύψει ποτέ το δεσμό του με την Πελαγία.

Αχ, η Πελαγία… Περπατούσε στο δρόμο αγέρωχη, με το κεφάλι ψηλά. Σε κανέναν δεν έδινε σημασία και κανείς δεν τολμούσε να της πει το παραμικρό. Κι ας την είχε αστεφάνωτη…. Εκτός, ίσως, από εκείνη την κάργια, την Μόρφω. Που όση αγάπη τους έδειχνε ο Δημητρός της, τόσο μίσος έβγαζε εκείνη. Και για την Πελαγία του και για τον ίδιο…

«Ακόμη ως σήμερα»…

Το σιγοψιθύρισε, καθώς επέστρεφε, για λίγο, από τις σκέψεις του, στο δρόμο προς το καφενείο. Και, συνάμα, το μετάνιωσε. Γιατί, πλέον, δεν ήταν κακία αυτό που της έβγαινε της γειτόνισσάς της. Κάτι άλλο ήταν, αλλά δεν μπορούσε να το αποδώσει με λόγια. Άλλωστε, τα λόγια, δεν ήταν ποτέ το φόρτε του. Σε αυτά ήταν καλύτερος ο Δημητρός. Είχε κυλήσει ο τέντζερης κι είχε βρει το καπάκι…

Είχε φθάσει στο καφενείο. Το τραπέζι του, εκείνο στη γωνία, που έβλεπε προς την εκκλησία αλλά και προς το σχολείο, ήταν άδειο. Το ξέρανε οι υπόλοιποι, ότι τέτοια ώρα ερχότανε και το άδειαζαν, να το βρει κατά πως το επιθυμούσε. Κι εκείνος καθόταν αναπαυτικά, απλωνόταν σε δυο καρέκλες, έβγαζε και το ψαθάκι το καλοκαίρι, το ακουμπούσε στο μαρμάρινο τραπέζι και έδινε την παραγγελία:

«Κώτσο! Τον καφέ μου ρε συ! Μια ώρα περιμένω»!

Συνήθως έδινε την παραγγελία με το που έφτανε. Αλλά, όπως έλεγε και ο Δημητρός, αν δε φωνάξεις, δε σε υπολογίζουνε…

Ο Δημητρός… Ο μόνος που επέμενε να την παντρευτεί. Ούτε κι η ίδια δεν θα επέμενε τόσο… Η ίδια… μια κουβέντα δεν είχε πει.

«Δεν ξέρω τι να κάνω, βρε Πελαγία μου. Θέλω να ζήσουμε μαζί, αλλά ξέρω ότι θα ορμήσουν να με φάνε».

«Και τώρα, δηλαδή, μαζί δε μένουμε; Χώρια μένουμε»;

Ήταν η μοναδική της παρέμβαση στο θέμα «γάμος με τον Θανάση». Γιατί, κακά τα ψέματα, εκείνη την εποχή, άμα χήρευες, χήρευες. Ειδικά αν είχες παιδιά. Μόνον που εκείνο, το καημένο, ο Σπύρος, δηλαδή, ούτε είχε ρωτηθεί, ούτε είχε μιλήσει. Κι αν τον ρωτούσε κανείς, θα έλεγε τα καλύτερα για την Πελαγία…

Κι έτσι την πήρε την απόφαση ο κυρ-Θανάσης. Αλλά λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο, ή, μάλλον, χωρίς τον δικαστικό κλητήρα. Γιατί ο αδελφός της συγχωρεμένης, ο Τάσος, ήταν δικαστικός κλητήρας. Αυτός του χτύπησε την πόρτα, εκείνο το απόγευμα. Λίγο πριν φύγει για τη βόλτα του και τον καφέ του.

Η Πελαγία άνοιξε την πόρτα κι έπειτα εξαφανίστηκε κάπου στις κάμαρες της μονοκατοικίες. Ούτε την ανάσα της άκουγες. Μόνον σε κάποια στιγμή ήρθε κι έφερε δυο ούζα με μεζέ κι έπειτα εξαφανίστηκε και πάλι, σα νεράιδα. Έμειναν οι δυό τους, Θανάσης και Τάσος, να μιλούν για τις δουλειές, για τον καιρό, λίγο για τα πολιτικά –ποιος να τολμήσει να μιλήσει, τότε, πολύ για τα πολιτικά- αλλά κουβέντα για την ταμπακέρα. Ώσπου ο Θανάσης, δεν άντεξε:

«Δε μου λες, ρε συ, Τάσο, ήρθες τόσο δρόμο από το Ντεπό, για να μου μιλήσεις για τον καιρό»;

Ο άλλος δεν είπε τίποτα. Μόνον έσκυψε το κεφάλι και βάλθηκε να κοιτάει το μωσαϊκό. Κι αν δεν προχωρούσε ο Θανάσης, μπορεί να έμενε εκεί, έως ότου ξηλώθηκε το πάτωμα, γκρεμίστηκε το σπίτι κι έγινε πολυκατοικία.

«Λοιπόν»;

«Λοιπόν, Θανάση, δεν τιμάς τη μνήμη της αδελφής μου»…

Λόγια βαριά. Έπεσαν κι έκαναν θόρυβο, στο ίδιο μωσαϊκό που εξακολουθούσε να κοιτάζει, με δυο μάτια καρφιά, που λέει και το τραγούδι, ο Τάσος. Ο Θανάσης χρειάστηκε λίγη ώρα να συνέλθει, αλλά πήρε τη σκυτάλη κι έτρεξε το κατοστάρι.

«Τι λες, ρε Τάσο; Εγώ δεν τιμώ τη μνήμη της αδελφής σου; Της γυναίκας μου; Δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν από το θάνατό της και, ως τον πέμπτο χρόνο του θανάτου της, ούτε είχα κοιτάξει άλλη γυναίκα. Κι αν ο Σπύρος μου δε χρειαζόταν μια μάνα»…

«Θα μπορούσαμε να φροντίζουμε εμείς το παιδί. Η μάνα μου…»

Ο Θανάσης τον έκοψε απότομα:

«Η μάνα σου είναι γιαγιά του! Ο Σπυρέτος θέλει μάνα. Άλλα θα δώσει μια μάνα, άλλα μια γιαγιά. Και η Πελαγία τον έχει τον Σπύρο μου, καλύτερα από παιδί της»!

«Είναι που δεν την αξίωσε ο Θεός με δικά της παιδιά»…

«Βούλωσε το βρομόστομά σου, ακούς! Λίγα τα λόγια για την Πελαγία»!

Τότε σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια του από το πάτωμα ο Τάσος. Τον κοίταξε κατάματα, ίσως για ν αποδείξει πως όσα έλεγε ήταν αλήθεια, και του πέταξε στα μούτρα την αλήθεια του:

«Η Πελαγία δεν είναι αγία. Μεγαλοκοπέλα ήταν, που θα έμενε στο ράφι, αν ένας καλός χήρος, που έχει τον τρόπο του, σαν εσένα, δεν γυρνούσε να την κοιτάξει»!

Αλλά ο Θανάσης δεν ήθελε ν ακούσει άλλα:

«Αν δεν ήσουν στο σπίτι μου, θα σε χτύπαγα»!

«Δε χρειάζεται! Φεύγω και να το ξεχάσεις το σόι μας αν παντρευτείς αυτήν την…»

«Πρόσεχε τι λες για τη μάνα μου! Για τη δεύτερη μάνα μου»!

Η φωνή του Σπύρου, φωνή παιδιού περισσότερο, παρά έφηβου, είχε οργή μέσα της. Στεκόταν με σφιγμένες γροθιές στο κούφωμα της πόρτας του δωματίου του. Οι δυο άνδρες, πάνω στη μανία τους να εκτοξεύσουν απειλές και ύβρεις, δεν τον είχαν ακούσει ν ανοίγει την πόρτα και να ακούει τη λογομαχία τους. Εκείνος, όμως, είχε βρεθεί εκεί, απέναντί τους, στο πλάι του πατέρα του, δίπλα στην Πελαγία, που παρέμενε κρυμμένη κάπου στα σπλάχνα του σπιτιού.

Ο μικρός, που εκείνη την ώρα φαινόταν περισσότερο μεγάλος από το θειο του τον Τάσο, περπάτησε στο κέντρο του δωματίου. Στάθηκε απέναντι στο θείο, με τα πόδια ανοικτά και τις γροθιές σφιγμένες, στο πλάι, σαν έτοιμος πυγμάχος, όπως αυτοί που ποζάριζαν στις ασπρόμαυρες αφίσες του 50, που κρεμόντουσαν έξω από τα γυμναστήρια.

«Τη μάνα μου δεν τη γνώρισα. Πέθανε τέσσερα χρόνια μετά τη γέννα. Πέντε χρόνια, αφήσατε αυτόν τον άνθρωπο να γίνεται κομμάτια, πατέρας και μάνα μαζί, φίλος και συγγενής, για να τελειώσω το σχολείο, να πάω στο γυμνάσιο. Από τη μάνα μου θυμάμαι μόνο ένα νανούρισμα, γλυκό σαν κανταΐφι και μια ζακέτα απαλή σαν πούπουλα –μοχέρ την έλεγε. Και εδώ και πέντε χρόνια, ήρθε μια άλλη γυναίκα, να μου σταθεί σα μάνα και σα γυναίκα του πατέρα μου. Δε θα τη διώξει κανείς σας»!

Ο Τάσος σηκώθηκε όρθιος. Κοιτούσε πάλι κάτω, στο μωσαϊκό. Περπάτησε αργά προς την πόρτα. Με την πλάτη γυρισμένη σε πατέρα και γιο, άνοιξε, με δυσκολία, το στόμα του:

«Συγνώμη αν σας προσέβαλα. Οι αδελφές μου, βλέπετε… Καλή σας νύχτα και τα χαιρετίσματά μου στην Πελαγία».

Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Ο Θανάσης πήγε να πει κάτι στο γιο του, αλλά εκείνος στράφηκε και μπήκε σ ένα από τα δωμάτια. Εκεί από όπου ερχόταν το κλάμα της Πελαγίας.

Την επομένη, την ώρα του καφέ, ο Θανάσης προσπάθησε ν ανοίξει κουβέντα, στην Πελαγία, για το γάμο. Κι εκείνη τον έκοψε απότομα.

«Δεν έχω ανάγκη γάμους και νυφικά»!

Τότε ήταν που ο κυρ-Θανάσης πήρε την απόφαση να πάει ως τον παπα-Λάμπη, μπας και τον φωτίσει.

Ο παπάς, ένας εύσωμος σαραντάρης, με έξι παιδιά και μια παπαδιά όνειρο, που κόλαζε ακόμη και αρχιμανδρίτη, με κατακόκκινα γένια και μαλλιά και πράσινα μάτια, έμοιαζε περισσότερο με ρόκερ, παρά με ιερωμένο. Αλλά και οι συμβουλές του, καμία σχέση δεν είχαν με όσα άκουγαν ως τότε οι πιστοί. Και οι δραστηριότητές του, το ίδιο. Είχε βάλει πιγκ πογκ στις αίθουσες των κατηχητικών, τάβλι και σκάκι, διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια κι είχε βαλθεί να σκαρώσει μια βιβλιοθήκη. Μάλιστα, κάποιος γνωστός για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, που έβλεπε με επιφύλαξη τις κινήσεις του παπά, του έστειλε τρία βιβλία του Καζαντζάκη, «για τις ανάγκες της βιβλιοθήκης».

«Πάντα είχα τις αμφιβολίες μου, για το αν η εκκλησία μας αφόρισε στην πραγματικότητα αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και λογοτέχνη. Πάντως, εγώ, δεν έχω κανένα σχετικό χαρτί από τον μητροπολίτη. Άρα, σε ευχαριστώ, εκ μέρους του ποιμνίου».

Η απάντηση του παπα-Λάμπη είχε γίνει αντικείμενο συζήτησης για αρκετούς μήνες. Κάποιοι είπαν ότι ο παπάς είναι… κομουνιστής. Πρότειναν να επέμβει η Ασφάλεια. Άλλοι ότι το ‘κανε για τα μάτια του κόσμου. Και κάποιοι τον θεωρούσαν «άγιο άνθρωπο». Αυτοί οι τελευταίοι πλήθαιναν, μέρα με τη μέρα, όσο ο παπα-Λάμπης συνέχιζε την… επαναστατική του δράση, εντός των κύκλων της ημετέρας εκκλησίας.

Αυτόν τον παπά, πήγε και βρήκε ο κυρ-Θανάσης.

«Την αγαπάς την Πελαγία»;

«Την αγαπάω, πάτερ».

«Τη ρώτησες τι θέλει»;

«Τη ρώτησα, πάτερ. Ούτε να ακούει δε θέλει για γάμους, ειδικά μετά από όσα έγιναν με τον κουνιάδο μου».

«Το παιδί το άκουσες, Θανάση»;

«Το άκουσα, πάτερ. Αλλά είναι παιδί»…

«Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, Θανάση… Το παιδί μίλησε με τα λόγια του Θεού. Η πρώτη σου γυναίκα, συγχωρέθηκε και ο έρμος ο Σπύρος σου, δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει, καλά – καλά. Βρέθηκε, τώρα, μια γυναίκα να του παρασταθεί σα μάνα πραγματική και θα τη βγάλουμε από τη μέση; Αυτό δεν το ευλογάει ούτε Θεός, ούτε διάολος».

«Μα εγώ θέλω να την παντρευτώ! Εκείνη δε θέλει, όσο σκέφτεται τον κόσμο».

«Ο κόσμος μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Δηλαδή, Θανάση, ο κόσμος δε μιλάει τώρα που είναι ανύπαντρη στο πλευρό σου; Ή, νομίζεις ότι δεν έχουν καταλάβει πως έχει πάψει χρόνια τώρα να είναι οικονόμος στο σπίτι σου κι έχει γίνει γυναίκα σου; Το παιδί έχει σημασία Θανάση. Πώς νοιώθει το παιδί»!

«Κι ο Θεός, πάτερ; Ο Θεός τι θα πει γι αυτήν τη γυναίκα που την έχω αστεφάνωτη μέσα στο σπίτι μου»;

«Ο Θεός βλέπει και κρίνει. Και κρίνει σωστά. Βλέπει τις δυσκολίες που υπάρχουν. Κι όπως δεν είπε τίποτα που την έβαλες στο σπίτι σου, γιατί έβλεπε την αφοσίωσή της και την ανάγκη του παιδιού, έτσι δε θα πει τίποτα και τώρα, αν την έχεις, δίπλα σου, αστεφάνωτη. Γιατί βλέπει και τους άλλους, βλέπει κι εσάς, που είστε καλύτερα από παντρεμένοι. Και κρίνει. Κι η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος σας, Θανάση».

«Μα»…

«Αν, πάλι, θελήσει η ίδια η Πελαγία να σταθεί δίπλα σου, στην εκκλησία, ντυμένη νύφη, τότε… Ε, τότε, βίον ανθόσπαρτον, από τώρα, Θανάση»!

Με την ευλογία της εκκλησίας στο κεφαλάκι του, ο Θανάσης επέστρεψε στο σπίτι. Κι εκεί, βρήκε στο σαλόνι, την Πελαγία του και τον Σπυρέτο του, να τον περιμένουν.

«Λοιπόν; Τι είπε ο Άγιος»;

Το ύφος της Πελαγίας ήταν ανυπόμονο, αλλά όχι αυστηρό, όπως τις προηγούμενες ημέρες.

«Είπε να κάνουμε ό,τι πεις εσύ. Γιατί εσύ είσαι, ήδη, και γυναίκα και, προπάντων, μάνα για το παιδί».

«Τότε θα παντρευτούμε την άλλη Κυριακή. Στο παρεκκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο Κρυονέρι. Εσύ, εγώ, το παιδί, ο παπάς κι ο κουμπάρος. Δε θέλω κανέναν τους».

Κι έτσι κι έγινε. Η Πελαγία στάθηκε, τελικά, νύφη, στο πλευρό του Θανάση της, στο εκκλησάκι. Και τους πάντρεψε ο παπα-Λάμπης, που έκανε τα αδύνατα δυνατά, να βρεθεί, για εκείνη τη μέρα, σε άλλη ενορία. Και μέσα στην εκκλησία, ήταν μόνον οι δυο τους, ο παπάς, ο Σπύρος –που κρατούσε τη λαμπάδα- κι ο κουμπάρος –ο Δημητρός.

Απ έξω, όμως, ήταν όλη η γειτονιά. Ακόμη κι η Μόρφω. Γελαστή, με το καλό της ταγιέρ. Ναι, ναι! Τώρα τη θυμόταν καλύτερα ο Θανάσης! Ήταν εκεί, γελαστή, στις χαρές τους! Κι όμως, τον κακό της το λόγο τον είχε, πάντα, στο στόμα.

Γιατί άραγε;

Συνεχίζεται...